Στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, ο Λε Κορμπιζιέ, τότε ένας 20χρονος άνδρας από την Ελβετία, επισκέπτεται ξανά την Ακρόπολη. Για τρεις εβδομάδες ανεβαίνει κάθε μέρα στον βράχο, παρατηρεί τον Παρθενώνα, αποτυπώνει αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και σημειώνει τις σκέψεις του σε ένα μικρό σημειωματάριο. «Παραμένω ανίκανος να καταλάβω το μεγαλείο αυτού του πράγματος. Ένας άγριος και απελπισμένος αγώνας», σημειώνει.
Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Σαρλ-Εντουάρ Ζανρέ-Γκρι (Charles-Édouard Jeanneret-Gris), που μερικά χρόνια αργότερα θα γίνει ευρύτερα γνωστός ως Λε Κορμπιζιέ. Η παραμονή του στην Αθήνα και η μελέτη της Ακρόπολης θα λειτουργήσουν ως καθοριστικός σταθμός στη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής του σκέψης.
Σε συνέντευξή του, αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Λε Κορμπιζιέ θα μιλήσει για τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Παρθενώνας στη σκέψη του: «Οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν κάτι συναρπαστικά παράδοξο. Σμίλεψαν σαν ζάχαρη ένα μάρμαρο, ένα φανταστικό κατασκεύασμα, του οποίου τα τρίγλυφα και όλες αυτές οι λεπτομέρειες έγιναν με τόση τέχνη που το μόνο που μπορείς να κάνεις μπροστά του είναι να βγάλεις το καπέλο σου. Θεωρητικά ο Παρθενώνας δεν είναι λειτουργικός, αλλά η παρουσία του δείχνει πόσο περιοριστική είναι η έννοια του λειτουργικού. Ο ναός είναι απλή, καθαρή αρχιτεκτονική και είναι λειτουργικός γιατί μας συγκινεί. Ο Παρθενώνας είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα έργα της ανθρωπότητας κι αν με ρωτάτε πώς πρέπει να ανηφορίζει κανείς στην Ακρόπολη για να τον δει, πεζή ή με αυτοκίνητο, εγώ σας απαντώ: με τα γόνατα!».
Η Ακρόπολη και τα μνημεία της υπήρξαν για τον Λε Κορμπιζιέ, τον αρχιτέκτονα, πολεοδόμο και θεωρητικό που συνδέθηκε με την εξέλιξη της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, κάτι πολύ περισσότερο από αντικείμενα μελέτης. Ο Παρθενώνας βρέθηκε στον πυρήνα της σκέψης και της δημιουργίας του, λειτουργώντας ως βασική αναφορά για τη θεωρητική του αντίληψη γύρω από την αρχιτεκτονική.
Ο Παρθενώνας και η σύνδεσή του με το φυσικό τοπίο και το φως επανέρχονται πολλές φορές στα βιβλία και στα κείμενά του. Το ενδιαφέρον του για την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική δεν αφορά ένα πρότυπο που πρέπει να αντιγραφεί, αλλά ένα υπόδειγμα σύνθεσης και οργάνωσης του χώρου.
«Για 21 μέρες εργάστηκα αδιάκοπα στην Ακρόπολη τρεφόμενος από το θαυμάσιο θέαμα. Αναρωτιέμαι, τι μπόρεσα να κάνω σε αυτές τις 21 μέρες. Αυτό που ξέρω είναι πως πήρα μία ιδέα της αδιαφιλονίκητης αλήθειας. Έφυγα συντριμμένος από μία αλήθεια που δεν είναι γελαστή, που δεν είναι ανάλαφρη, μα γερή, μοναδική, αδυσώπητη. Δεν είχα ακόμα αντρωθεί και στη ζωή που ανοιγόταν μπροστά μου μού έμενε να γίνω ένας χαρακτήρας. Προσπάθησα να δράσω και να δημιουργήσω ένα έργο αρμονικό και ανθρώπινο. Έκανα ό,τι έκανα με αυτή την Ακρόπολη στο βάθος του εαυτού μου…» θα πει το 1933, σε διάλεξη στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έχοντας πλέον αναγνωριστεί διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.
Η επιρροή του Λε Κορμπιζιέ στην ελληνική αρχιτεκτονική
Από το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, οι ιδέες του Λε Κορμπιζιέ επηρεάζουν έντονα τους Έλληνες αρχιτέκτονες και συμβάλλουν στη διαμόρφωση του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Στα κείμενα και στα μανιφέστα του αξιοποιεί συχνά ιδέες και αρχές της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, εντάσσοντάς τες στη δική του αντίληψη για τη σύγχρονη αρχιτεκτονική.
Δεν επιδιώκει την αναπαραγωγή των κλασικών μορφών. Η προσέγγισή του αναζητά στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική θεμελιώδεις αρχές που μπορούν να προσαρμοστούν στη σύγχρονη εποχή και να συνυπάρξουν με νέα υλικά και διαφορετικές αρχιτεκτονικές ανάγκες.
«Η Ακαδημία (σ.σ. ο ακαδημαϊσμός, η αυστηρή προσήλωση στην παράδοση) κολακεύει την ανθρώπινη τεμπελιά. Εγώ στα ταξίδια μου, στην Ακρόπολή μου, έμαθα να σκέφτομαι, να κοιτάζω, να πηγαίνω στο βάθος του προβλήματος», λέει.
Καθοριστική ήταν η συμβολή του στη διαμόρφωση και στην εδραίωση του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Το έργο και οι θεωρητικές του θέσεις τροφοδότησαν τη συζήτηση για τη σύνδεση της ελληνικής αρχιτεκτονικής παράδοσης με τις νέες τάσεις που αναπτύχθηκαν κατά τον 20ό αιώνα.
Η νέα ταυτότητα που διαμόρφωσε ως αρχιτέκτονας και θεωρητικός αποτυπώνεται ακόμη και στο ψευδώνυμο Λε Κορμπιζιέ, το οποίο επέλεξε ο ίδιος. Στο έργο του συνδύασε την απομάκρυνση από την ακαδημαϊκή παράδοση με την αναζήτηση νέων αρχών τόσο για την αρχιτεκτονική όσο και για την πολεοδομία.
Καθ’ όλη αυτή την πορεία, η Ακρόπολη διατήρησε τον ρόλο ενός σταθερού σημείου αναφοράς. Η μελέτη του Παρθενώνα και της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής αποτέλεσε για τον Λε Κορμπιζιέ μία από τις σημαντικές αφετηρίες για τη διαμόρφωση της δικής του αρχιτεκτονικής σκέψης, η οποία επηρέασε βαθιά την εξέλιξη της μοντέρνας αρχιτεκτονικής και, μέσω αυτής, την ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.
