Η άφιξη της Ταπισερί της Μπαγιέ στη Βρετανία έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την τύχη των Γλυπτών του Παρθενώνα, με τον αρθρογράφο του Guardian Σάιμον Τζένκινς να τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της επανένωσής τους στην Αθήνα. Στο άρθρο γνώμης του, που αναρτήθηκε την Παρασκευή, επικρίνει τόσο το Βρετανικό Μουσείο όσο και τη στάση των διαδοχικών κυβερνήσεων της Βρετανίας απέναντι στο αίτημα της Ελλάδας.
Έχοντας ως αφετηρία την Ταπισερί της Μπαγιέ, την οποία η Γαλλία έχει δανείσει στη Βρετανία, ο Τζένκινς διερωτάται γιατί δεν είναι δυνατόν να δοθεί αντίστοιχη λύση για τα Γλυπτά. Όπως υποστηρίζει, από τη στιγμή που θεωρείται αυτονόητη η επιστροφή του μεσαιωνικού έργου στη Γαλλία μετά την ολοκλήρωση της έκθεσής του, δεν μπορεί να αιτιολογηθεί η επιμονή να παραμένουν τα Γλυπτά στο Λονδίνο. Συμπυκνώνει τη θέση του στη διατύπωση ότι «τα γλυπτά θα πρέπει να επιστραφούν εκεί που ανήκουν».
Για να καταδείξει την αντίφαση που εντοπίζει στη βρετανική στάση, ο αρθρογράφος καταφεύγει μάλιστα στην ειρωνεία. Σημειώνει ότι, σε θεωρητικό επίπεδο, το Λονδίνο θα μπορούσε να μην επιστρέψει την Ταπισερί, επικαλούμενο ότι «η κατοχή είναι τα εννέα δέκατα του νόμου» και θεωρώντας την παραμονή της στη Βρετανία ως δανεισμό δίχως καθορισμένη ημερομηνία ολοκλήρωσης.
Στη συνέχεια ξεκαθαρίζει ότι η αναφορά του είναι ειρωνική. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η ίδια ακριβώς συλλογιστική τροφοδοτεί τις επιφυλάξεις που διατηρεί το Βρετανικό Μουσείο: συγκεκριμένα, την ανησυχία πως ένας δανεισμός των Γλυπτών στην Αθήνα ενδέχεται να καταλήξει σε μόνιμη παραμονή τους επί ελληνικού εδάφους.
Η Ταπισερί της Μπαγιέ και η θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Στην επιχειρηματολογία του, ο Βρετανός αρθρογράφος συμπεριλαμβάνει και την πρόσφατη τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Guardian. Με αναφορά στην Ταπισερί της Μπαγιέ, ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε υποστηρίξει ότι δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό ένα έργο που φιλοτεχνήθηκε ως αδιαίρετο σύνολο, όταν τα τμήματά του βρίσκονται χωρισμένα.
Στη σχετική παρέμβασή του, ο κ. Μητσοτάκης είχε επισημάνει ότι τα δύο έργα «σχεδιάστηκαν ως ενιαία σύνολα, προορισμένα να γίνονται αντιληπτά και να κατανοούνται ως όλον».
Ο Τζένκινς συμφωνεί με αυτή την παραβολή, εκτιμώντας ότι ενισχύει το αίτημα να επανενωθούν τα Γλυπτά στην Αθήνα. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και στην τοποθέτηση του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, Νίκολας Κάλιναν, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον δανεισμό της Ταπισερί ως «αχτίδα πιθανότητας» για να αναζητηθεί μια φόρμουλα και για την υπόθεση του Παρθενώνα.
Η Μελίνα Μερκούρη και η πολύχρονη διαμάχη για τα Γλυπτά
Ανατρέχοντας αρκετές δεκαετίες στο παρελθόν, ο Τζένκινς επικρίνει έντονα τη διαχείριση του ελληνικού αιτήματος από προηγούμενες διοικήσεις του Βρετανικού Μουσείου. Όπως εκτιμά, επί σειρά ετών επικράτησε μια αντίληψη που έθετε σε προτεραιότητα τη διαφύλαξη των συλλογών, αντί της επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο είχαν συγκροτηθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο υπενθυμίζει τη δημόσια σύγκρουση της Μελίνας Μερκούρη με τον τότε επικεφαλής του Βρετανικού Μουσείου, σερ Ντέιβιντ Γουίλσον, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980.
Η Ελληνίδα υπουργός Πολιτισμού είχε αναγάγει την επιστροφή των Γλυπτών σε θέμα διεθνούς ενδιαφέροντος. Κατά την επίσκεψή της στο Λονδίνο, εξέφρασε το αίτημά της ενώπιον των τηλεοπτικών συνεργείων με τη χαρακτηριστική φράση: «Θέλω πίσω τα Μάρμαρά μου».
Ύστερα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, η εκκρεμότητα εξακολουθεί να μην έχει επιλυθεί. Παράλληλα, ο Τζένκινς παραθέτει στοιχεία δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία η πλειονότητα της βρετανικής κοινής γνώμης υποστηρίζει την επιστροφή των Γλυπτών.
Οι συνομιλίες και το ζήτημα της κυριότητας των Γλυπτών
Ως κομβικό σημείο περιγράφεται η περίοδος που ακολούθησε την ανάληψη της προεδρίας του Βρετανικού Μουσείου από τον Τζορτζ Όσμπορν. Από το 2022 ξεκίνησαν απευθείας συνομιλίες με την Αθήνα, καλλιεργώντας για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια την προσδοκία ότι υπήρχε περιθώριο επίτευξης συμβιβασμού.
Κατά τον Τζένκινς, πάντως, το ζητούμενο δεν περιορίζεται σε μια απλή ανταλλαγή αρχαιοτήτων μεταξύ των δύο μουσείων. Θεωρεί ότι ουσιαστικός στόχος οφείλει να είναι η επανένωση των Γλυπτών που έχουν διασωθεί στο Μουσείο της Ακρόπολης, αφενός για να αποκατασταθεί η καλλιτεχνική συνοχή τους και αφετέρου λόγω του ιδιαίτερου δεσμού τους με τον Παρθενώνα και την ιστορία της Ελλάδας.
Η βασική εκκρεμότητα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει η κυριότητα. Η Αθήνα έχει καταστήσει σαφές πως δεν θα δεχθεί μια διευθέτηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αναγνώριση της ιδιοκτησίας του Βρετανικού Μουσείου, ούτε επιθυμεί να παρουσιάζεται ως χώρα που «δανείζεται» μέρη του Παρθενώνα. Την ίδια ώρα, το ισχύον βρετανικό νομοθετικό πλαίσιο περιορίζει την οριστική έξοδο αντικειμένων από τις συλλογές του μουσείου.
Οι αλλαγές στάσης των Βρετανών πολιτικών για τα Γλυπτά
Ο αρθρογράφος εξετάζει επίσης τις θέσεις Βρετανών πολιτικών, οι οποίες μεταβλήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Φέρνει ως παράδειγμα τον Μπόρις Τζόνσον, που είχε ταχθεί υπέρ της επιστροφής πριν υιοθετήσει άλλη στάση ως πρωθυπουργός, καθώς και τον Ρίσι Σούνακ, ο οποίος είχε αποκλείσει την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας.
Αναφορά γίνεται ειδικότερα και στον Άντι Μπέρναμ. Ο νυν δήμαρχος του Μάντσεστερ είχε στο παρελθόν υποστηρίξει ότι τα Γλυπτά έπρεπε να επιστραφούν χωρίς προϋποθέσεις, ενώ σε νεότερη τοποθέτησή του παρέπεμψε το ζήτημα στο Βρετανικό Μουσείο.
Η υπόθεση με τα θραύσματα στη Φρανκφούρτη και η ένταση
Στο σύνθετο αυτό πλαίσιο προστέθηκε ένα ακόμη περιστατικό, που συνδέεται με έκθεση ελληνικής γλυπτικής η οποία προγραμματίζεται να φιλοξενηθεί στο μουσείο Liebieghaus, στη Φρανκφούρτη.
Για την έκθεση, το Βρετανικό Μουσείο σχεδιάζει να δανείσει δύο μικρά θραύσματα του Παρθενώνα. Κατά τον Τζένκινς, η κίνηση αυτή προκάλεσε ενόχληση στην ελληνική πλευρά, η οποία φέρεται να μην προχώρησε στον δανεισμό εννέα θραυσμάτων που διαθέτει για την ίδια διοργάνωση. Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι το περιστατικό αυτό συνιστά μία ακόμη ένδειξη του αδιεξόδου στις συνομιλίες.
Η παρέμβαση του Τζένκινς προς το Βρετανικό Μουσείο
Στο τέλος του κειμένου του, ο Τζένκινς μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από τη διπλωματική διαμάχη ανάμεσα σε Αθήνα και Λονδίνο. Προσεγγίζει το θέμα κυρίως ως ζήτημα ιστορικής και καλλιτεχνικής ακεραιότητας, υποστηρίζοντας ότι ο Παρθενώνας μαζί με τον γλυπτό διάκοσμό του είναι ένα ενιαίο έργο, μοναδικής βαρύτητας για τον δυτικό πολιτισμό.
Ταυτόχρονα, ασκεί κριτική στην αντίληψη μεγάλων μουσείων που αντιμετωπίζουν τμήματα των συλλογών τους ως περιουσιακά στοιχεία τα οποία οφείλουν να κρατήσουν με κάθε τρόπο, αντί να διερευνούν πού και υπό ποιες συνθήκες τα έργα αποκτούν πληρέστερη ιστορική και πολιτιστική σημασία.
Για τον Βρετανό αρθρογράφο, μετά από δεκαετίες αντιπαράθεσης, το ζητούμενο δεν είναι η συνέχιση της ίδιας συζήτησης με νέους όρους, αλλά η εξεύρεση μιας φόρμουλας που θα οδηγήσει τελικά στην επανένωση των Γλυπτών στην Αθήνα.
