Στο επίκεντρο της ανακριτικής έρευνας για τον Γιώργο Μαζωνάκη βρίσκονται οι επικοινωνίες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την κατάρρευσή του, οι αποκλίνουσες περιγραφές για όσα διαδραματίστηκαν στο ιατρείο της Καρνεάδου, καθώς και τα στοιχεία από το μηχάνημα πλασμαφαίρεσης.

Για την 9η Σεπτεμβρίου, οι Αρχές προσπαθούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια το χρονικό: πότε προσήλθε ο τραγουδιστής, τι έγινε στη διάρκεια της διαδικασίας, πότε διαπιστώθηκε η επιδείνωση της κατάστασής του και για ποιον λόγο το ΕΚΑΒ κλήθηκε στις 16:23.

Οι δύο γιατροί που εργάζονταν στο ιατρείο έχουν τεθεί σε προσωρινή κράτηση, κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο. Παράλληλα, συνεχίζεται η διερεύνηση τόσο της αιτίας θανάτου όσο και των ακριβών συνθηκών του περιστατικού.

Η άρση έχει ζητηθεί και εκκρεμεί η έγκριση

Αίτημα για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών των προσώπων που εμπλέκονται έχει υποβάλει ο 32ος τακτικός ανακριτής. Η υποβολή του αιτήματος, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί. Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, ανέφερε στο ΕΡΤnews πως, όταν έκανε τη δήλωση, δεν είχε δοθεί ακόμη η απαιτούμενη άδεια ώστε να προχωρήσει ο περαιτέρω έλεγχος των επικοινωνιών. Η έρευνα, με βάση την ίδια ενημέρωση, αφορά τα κινητά των δύο προφυλακισμένων γιατρών και τριών εργαζομένων που είχαν καταθέσει ως μάρτυρες.

Αφού δοθεί η προβλεπόμενη άδεια, οι ειδικοί της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών θα διερευνήσουν ποιες γραπτές επικοινωνίες και ποιο άλλο ψηφιακό υλικό είναι δυνατό να εντοπιστούν στις συσκευές, ακόμη και στην περίπτωση που αρχεία έχουν διαγραφεί. Το αν θα καταστεί εφικτή η ανάκτηση εξαρτάται από τα τεχνικά δεδομένα και δεν θεωρείται βέβαιο ότι θα επανέλθει κάθε διαγραμμένο μήνυμα.

Η κ. Δημογλίδου διευκρίνισε ακόμη ότι δεν είναι εφικτή για τους ερευνητές η ανάκτηση του περιεχομένου παλαιότερων τηλεφωνικών κλήσεων. Άλλο πεδίο της ψηφιακής έρευνας αποτελούν φωτογραφίες, βίντεο, γραπτά μηνύματα και τυχόν αναζητήσεις στο διαδίκτυο.

Κρίσιμα δεδομένα αναμένεται να προκύψουν και από τη δημοσιοποίηση των τοξικολογικών εξετάσεων για τον Γιώργο Μαζωνάκη, καθώς θα αποσαφηνίσουν ποιες ουσίες του χορηγήθηκαν.

Το μήνυμα για τη χρέωση και το «θα τον στριμώξω»

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε μήνυμα που φέρεται να απέστειλε ο Μαζωνάκης προς τη γιατρό μία ημέρα πριν από τον θάνατό του. Από όσα έχουν γίνει γνωστά, ο τραγουδιστής ζητούσε διευκρινίσεις για το αν όφειλε 3.000 ή 6.000 ευρώ, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να καταβάλει ένα τόσο υψηλό ποσό. Στο μήνυμα περιλαμβάνεται επίσης αναφορά σε «υδροθεραπεία». Η συγκεκριμένη επικοινωνία καταδεικνύει ότι είχε απορίες για τη χρέωση και για όσα του είχαν προταθεί, χωρίς όμως να προσδιορίζει από μόνη της τι είχε συμφωνηθεί για την επίσκεψη της 9ης Σεπτεμβρίου ή για ποια πράξη είχε δώσει συναίνεση.

Στη δικογραφία αξιολογούνται επίσης οι επικοινωνίες της γιατρού με υπνοθεραπευτή, ο οποίος είχε συναντήσει τον τραγουδιστή. Ο υπνοθεραπευτής φέρεται να επιβεβαίωσε συζητήσεις που αφορούσαν θεραπείες και χρήματα, ενώ αναφέρθηκε και σε δικό του μήνυμα προς τη γιατρό, στο οποίο έγραφε «θα τον στριμώξω». Όπως εξήγησε, η φράση αφορούσε προγραμματισμένο ραντεβού τους. Το συνολικό πλαίσιο των συνομιλιών και η σύνδεσή τους με την ιατρική διαδικασία αξιολογούνται, χωρίς να αποτελούν διαπιστωμένο συμπέρασμα για τις προθέσεις οποιουδήποτε.

Η μαρτυρία της νοσηλεύτριας και τα δεδομένα του μηχανήματος

Η 56χρονη νοσηλεύτρια φέρεται να άλλαξε ενώπιον του ανακριτή όσα είχε αρχικά πει για την ώρα κατά την οποία έφτασε ο Μαζωνάκης. Κατέθεσε ότι, όταν προσήλθε η ίδια στο ιατρείο στις 15:00, ο τραγουδιστής ήταν ήδη εκεί, ενώ αρχικά είχε τοποθετήσει την άφιξή του στις 15:30. Υποστήριξε ότι η πρώτη εκδοχή αποδόθηκε σε «γραμμή» που, κατά την ίδια, είχε δοθεί από τη γιατρό. Κατάθεση οδηγού ταξί τοποθετεί την άφιξη του Μαζωνάκη περίπου στις 13:55, στοιχείο που οι ερευνητές συγκρίνουν με τις υπόλοιπες μαρτυρίες. Πάντως, ο δικηγόρος της οικογένειας έχει εκφράσει δημόσια αμφιβολίες για την αξιοπιστία της νεότερης κατάθεσης της νοσηλεύτριας.

Σύμφωνα με τη νοσηλεύτρια, έως τις 16:00 «ήταν όλα καλά». Κατέθεσε πως στο διάστημα από τις 16:00 έως τις 16:10 έγινε τηλεφώνημα σε αναισθησιολόγο και, αμέσως στη συνέχεια, στον προμηθευτή του απινιδωτή, επειδή η συσκευή δεν λειτουργούσε όπως ανέμεναν. Στα στοιχεία του μηχανήματος που έχουν δημοσιοποιηθεί, από την άλλη, εμφανίζονται προειδοποιήσεις, διακοπή της διαδικασίας στις 15:22 και ενέργειες που ακολούθησαν. Οι συγκεκριμένες ενδείξεις χρειάζεται να αξιολογηθούν σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες και τα ιατρικά ευρήματα, καθώς η ώρα ενός συναγερμού του μηχανήματος δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκη με την ακριβή στιγμή της κλινικής κατάρρευσης. Το μόνο δημοσιοποιημένο βέβαιο χρονικό σημείο για την αναζήτηση εξωτερικής βοήθειας είναι η κλήση προς το ΕΚΑΒ στις 16:23.

Για τον απινιδωτή που βρισκόταν στο ιατρείο όπου πέθανε ο Γιώργος Μαζωνάκης, το πρόσωπο που τον προμήθευσε αναφέρει ότι ήταν ακόμη μέσα στη συσκευασία του, ενώ θέτει και θέμα σχετικά με την μπαταρία του. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η συσκευή βρίσκεται υπό διερεύνηση. Άλλο ζήτημα είναι η ενδεχόμενη δυσλειτουργία της και άλλο η αποτίμηση της ιατρικής βαρύτητάς της: κατά τη δημοσιοποιημένη μαρτυρία διασώστριας, όταν έφτασε το ΕΚΑΒ, ο καρδιακός ρυθμός του Μαζωνάκη δεν ήταν απινιδώσιμος.

Τα εκκρεμή ζητήματα για την πράξη στο ιατρείο

Η νοσηλεύτρια κατέθεσε ακόμη πως δεν γνώριζε εάν τα μηχανήματα πλασμαφαίρεσης επιτρεπόταν νομίμως να χρησιμοποιούνται στο συγκεκριμένο ιατρείο, προσθέτοντας ότι ενεργούσε βάσει των οδηγιών της γιατρού. Η αναφορά αυτή αποτελεί ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην κατάθεσή της και όχι τελική αξιολόγηση για την αδειοδότηση. Διακριτό τμήμα της υπόθεσης συνιστά ο έλεγχος του χώρου και των όρων υπό τους οποίους διενεργούνταν η πράξη.

Η ανάκριση καλείται τώρα να συνθέσει τα επιμέρους στοιχεία: τους χρόνους λειτουργίας του μηχανήματος και των τηλεφωνικών κλήσεων, τις καταθέσεις, τα μηνύματα που έχουν ήδη δοθεί στη δημοσιότητα, καθώς και κάθε πρόσθετο υλικό που ενδέχεται να προκύψει από τον έλεγχο των συσκευών. Εξίσου κρίσιμα παραμένουν τα ιατροδικαστικά, τοξικολογικά και ιστολογικά ευρήματα, ώστε να προσδιοριστούν τόσο η αιτία του θανάτου όσο και η σημασία των πράξεων ή παραλείψεων που ερευνώνται.