ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Κεντρικές Τράπεζες: Αναμονή για επιτόκια εν μέσω σύγκρουσης και ενεργειακής κρίσης

Οι κεντρικές τράπεζες αναμένουν σταθερότητα στα επιτόκια, καθώς οι αγορές ενέργειας ταλαντεύονται από τις δηλώσεις Τραμπ, περιπλέκοντας τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό.

Οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως αναμένεται ευρέως να αποφύγουν αυτή την εβδομάδα νέες αυξήσεις επιτοκίων για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, καθώς οι αναρτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν έντονες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, δυσκολεύοντας τις προβλέψεις των υπευθύνων χάραξης πολιτικής για την πορεία των τιμών.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η Τράπεζα του Καναδά και η Τράπεζα της Αγγλίας συγκαταλέγονται μεταξύ των ιδρυμάτων που θα καθορίσουν τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα, υπό τη σκιά του δεύτερου μεγάλου σοκ στις τιμές της ενέργειας μέσα σε πέντε χρόνια. Όπως δήλωσε ο Τόμας Βιελαντέκ, επικεφαλής ευρωπαϊκής μακροοικονομικής στρατηγικής στην T Rowe Price, «η σωστή προσέγγιση για αυτές τις κεντρικές τράπεζες είναι να περιμένουν και να δουν, δεδομένων των αβεβαιοτήτων γύρω από την κατάσταση στον Κόλπο και της έλλειψης σαφήνειας για το πώς το ενεργειακό σοκ θα επηρεάσει την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό».

Ο πόλεμος στον Κόλπο έχει οδηγήσει τους υπεύθυνους χάραξης νομισματικής πολιτικής σε αχαρτογράφητα νερά, καθώς καλούνται να αξιολογήσουν γεωπολιτικούς κινδύνους και τις εξαιρετικά απρόβλεπτες δυναμικές των αγορών εμπορευμάτων, καθώς και την απειλή που αυτές συνιστούν για τους στόχους πληθωρισμού. Ο Σεμπάστιαν Μπάρακ, επικεφαλής εμπορευμάτων στο hedge fund Citadel, ανέφερε σε συνέδριο των Financial Times στην Ελβετία ότι οι αναρτήσεις του Αμερικανού προέδρου κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν έχουν αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας των αγορών πετρελαίου. Οι traders δυσκολεύονται συχνά να προσαρμοστούν στην αστάθεια που προκαλούν τα συχνά μηνύματα και οι αντιδράσεις του ιρανικού καθεστώτος.

Αντί να επικεντρώνονται σε μία βασική πρόβλεψη, οι κεντρικές τράπεζες δίνουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση σε εναλλακτικά σενάρια που λαμβάνουν υπόψη διαφορετικές εκβάσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι συνεδριάσεις αυτής της εβδομάδας πραγματοποιούνται υπό το βάρος των αναμνήσεων από την έντονη άνοδο του πληθωρισμού το 2021 και το 2022, όταν πολλές κεντρικές τράπεζες κατηγορήθηκαν ότι αντέδρασαν αργά. Ο Γενς Λάρσεν, πρώην αξιωματούχος της Τράπεζας της Αγγλίας και πλέον στην Eurasia Group, τόνισε ότι «είναι δύσκολο για έναν κεντρικό τραπεζίτη που έχει συνηθίσει να σκέφτεται με όρους οριακής τιμολόγησης και εξέλιξης της αγοράς εργασίας».

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές προεξοφλούν δύο αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσα στο έτος, από το τρέχον επίπεδο του 2%. Ωστόσο, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, ξεκαθάρισε ότι το ίδρυμα παραμένει επιφυλακτικό: «Μέχρι να γνωρίζουμε πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί αν πρόκειται για μια προσωρινή φάση ή για ένα πολύ μεγαλύτερο σοκ για την ευρωπαϊκή οικονομία», ανέφερε σε συζήτηση στη Φρανκφούρτη. Ο οικονομολόγος της Morgan Stanley, Γενς Άιζενσμιντ, σημείωσε ότι η ΕΚΤ θα μπορέσει να αξιολογήσει ουσιαστικά την κατάσταση όχι νωρίτερα από τον Ιούνιο, πιθανόν και αργότερα.

Σε σύγκριση με άλλες δυτικές κεντρικές τράπεζες, όπως η Fed και η Τράπεζα της Αγγλίας, η ΕΚΤ βρίσκεται σε «καλύτερη θέση», σύμφωνα με την Κάθριν Νάις της PGIM Fixed Income, καθώς «είναι η μόνη κεντρική τράπεζα που κατάφερε να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2%».

Στις ΗΠΑ, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναμένεται να ψηφίσουν την Τετάρτη, με τη διατήρηση των επιτοκίων στο εύρος 3,5%-3,75% να θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Η Fed έχει «παγώσει» κάθε ενδεχόμενο μείωσης επιτοκίων έως ότου καταστεί σαφές αν ο πόλεμος με το Ιράν θα επηρεάσει τον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό ή την αγορά εργασίας, η οποία ήδη παρουσίαζε σημάδια επιβράδυνσης. Ο ετήσιος πληθωρισμός προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) διαμορφώθηκε στο 2,8% τον Φεβρουάριο.

Παράλληλα, ορισμένοι αξιωματούχοι αρχίζουν να εκφράζουν ανησυχία για τους κινδύνους πληθωρισμού. Ο διοικητής της Fed, Κρις Γουόλερ, προειδοποίησε ότι μια σειρά από σοκ στις τιμές, όχι μόνο λόγω του πολέμου αλλά και εξαιτίας των εμπορικών πολιτικών του Τραμπ, απειλούν να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη του αμερικανικού κοινού στην ικανότητα της Fed να ελέγξει τον πληθωρισμό. Όπως ανέφερε, όσο οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές, αυξάνονται οι πιθανότητες ο πληθωρισμός να «εδραιωθεί» στην οικονομία, με νοικοκυριά και επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τις προσδοκίες τους σε μόνιμα υψηλότερες τιμές.

Ο Τζο Λαβόργνα της Sumitomo Mitsui Banking Corporation και πρώην σύμβουλος του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, τόνισε ότι «βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο σοκ προσφοράς αβέβαιης διάρκειας, ενώ ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ παραμένει πάνω από τον στόχο».

Στην Ιαπωνία, ενώ μέχρι πρόσφατα οι επενδυτές ανέμεναν αύξηση επιτοκίων από περίπου 0,75%, πλέον η πιθανότητα αυτή θεωρείται χαμηλή, λόγω των αβεβαιοτήτων που δημιουργεί η σύγκρουση με το Ιράν και της εξάρτησης της χώρας από εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών. Οι πρόσφατες δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ιαπωνίας, Καζούο Ουέντα, δεν υποδηλώνουν αύξηση επιτοκίων τον Απρίλιο, ενώ αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν επιδιώκουν πλέον να αιφνιδιάζουν τις αγορές. Ο οικονομολόγος της UBS, Γκο Κουριχάρα, εκτιμά ότι η απόφαση της Τρίτης θα συνοδευτεί από αύξηση των προβλέψεων για τον πληθωρισμό και υποβάθμιση των προοπτικών ανάπτυξης.

Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Αγγλίας είχε αφήσει τον Μάρτιο ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων από το 3,75%, ωστόσο πλέον οι αγορές θεωρούν το σενάριο αυτό εξαιρετικά απίθανο, μετά και τις δηλώσεις του διοικητή Άντριου Μπέιλι ότι οι επενδυτές προτρέχουν των εξελίξεων. Όπως κατέληξε ο Βιελαντέκ, «οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θέλουν να γνωρίζουν αν οδεύουμε προς μια κατάσταση όπως το 2022, όταν ο πληθωρισμός αυξήθηκε πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, κάτι που δεν μπορεί να αξιολογηθεί με βάση τα δεδομένα ενός μόνο μήνα».

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ