ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα: Μεγαλύτερα ποσοστά από την Ευρώπη και σοβαρό πλήγμα για γυναίκες εκτός αστικών κέντρων

Η αδήλωτη εργασία πλήττει κυρίως τις γυναίκες στην επαρχία, με την Ελλάδα να καταγράφει υψηλότερα ποσοστά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τη μερική βελτίωση.

Σε ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας εξακολουθεί να εξελίσσεται η αδήλωτη και ανεπίσημη απασχόληση, παρά τη σταδιακή υποχώρηση που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, αν και η εικόνα παρουσιάζει βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τις γυναίκες και ιδιαίτερα όσες ζουν εκτός αστικών κέντρων να πλήττονται δυσανάλογα.

Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, το ποσοστό πλήρως ανεπίσημης εργασίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 στο 3,5%, έναντι 2,7% στον μέσο όρο της ΕΕ-23. Η τάση από το 2007 είναι πτωτική, ωστόσο η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει αισθητή, υποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο εξακολουθεί να αποτελεί διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.

Την ίδια ώρα, τα στοιχεία από τους ελέγχους της Επιθεώρησης Εργασίας αποτυπώνουν τη διάσταση του προβλήματος στην πράξη. Μόνο τον περασμένο Φεβρουάριο, έξι στα δέκα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σχετίζονταν με αδήλωτη εργασία και παραβάσεις της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Από το σύνολο των προστίμων που άγγιξαν τα 4 εκατ. ευρώ, τα 2,4 εκατ. ευρώ αφορούσαν αποκλειστικά αυτές τις δύο κατηγορίες.

Η αύξηση των παραβάσεων αποδίδεται στο γεγονός ότι ένα σημαντικό τμήμα της αγοράς εξακολουθεί να κινείται στη «γκρίζα ζώνη» της παραβατικότητας, παρά το αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων. Υπενθυμίζεται ότι τα πρόστιμα για αδήλωτη εργασία μπορούν να φτάσουν έως και τα 10.500 ευρώ ανά εργαζόμενο, χωρίς ωστόσο να λειτουργούν αποτρεπτικά σε όλες τις περιπτώσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική και έμφυλη διάσταση του φαινομένου. Η ανεπίσημη εργασία καταγράφεται εντονότερα στις μη αστικές περιοχές, όπου τα ποσοστά για τις γυναίκες φτάνουν το 8,1%, έναντι 3,9% για τους άνδρες. Στις αστικές περιοχές, τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίζονται σε 3,9% για τις γυναίκες και 2,1% για τους άνδρες.

Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν ότι η ανεπίσημη εργασία δεν αποτελεί μόνο οικονομικό, αλλά και βαθιά κοινωνικό ζήτημα, με έντονες ανισότητες. Οι γυναίκες, ιδίως στην περιφέρεια, φαίνεται να βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, συχνά λόγω περιορισμένων ευκαιριών απασχόλησης και ασθενέστερης πρόσβασης σε θεσμική προστασία.

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ενισχύει την ανησυχία. Σε μη αστικές περιοχές, η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό ανεπίσημης απασχόλησης 5,56%, το υψηλότερο μεταξύ χωρών με παρόμοια χαρακτηριστικά όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία, ξεπερνώντας και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που διαμορφώνεται στο 3,47%.

Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζει και μεγαλύτερο «χάσμα φύλου» στην ανεπίσημη εργασία, με διαφορά 2,3 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ ανδρών και γυναικών, έναντι μόλις 0,6 ποσοστιαίων μονάδων στον μέσο όρο της ΕΕ. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη δυσμενέστερη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας.

Η ανεπίσημη εργασία περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μορφών απασχόλησης: από αυτοαπασχολούμενους που δραστηριοποιούνται εκτός θεσμικού πλαισίου, έως μισθωτούς των οποίων η εργασία δεν δηλώνεται ή υποδηλώνεται. Σε πολλές περιπτώσεις, αφορά και οικογενειακά μέλη που εργάζονται χωρίς επίσημη αναγνώριση σε μικρές επιχειρήσεις.

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των μορφών είναι η απουσία θεσμικής προστασίας. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, όπως ασφάλιση υγείας, συνταξιοδοτικά οφέλη ή δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης. Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στο επίπεδο των ατομικών εισοδημάτων, αλλά επεκτείνονται και στη συνολική λειτουργία της οικονομίας, επηρεάζοντας τον ανταγωνισμό και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Τα τελευταία χρόνια έχουν υλοποιηθεί παρεμβάσεις με στόχο τον περιορισμό του φαινομένου, όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η ψηφιακή κάρτα εργασίας και η εντατικοποίηση των ελέγχων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, η πρόοδος αυτή δεν αρκεί.

Η επιμονή των υψηλών ποσοστών, σε συνδυασμό με τις έντονες περιφερειακές και έμφυλες ανισότητες, αναδεικνύει την ανάγκη για πιο στοχευμένες πολιτικές. Η ενίσχυση της διαφάνειας, η προστασία των εργαζομένων και η διασφάλιση ίσων ευκαιριών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις, τόσο για την κοινωνική συνοχή όσο και για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Νέος σεισμός στο Λασίθι