Η ελβετική κυβέρνηση επανέρχεται δυναμικά στο ζήτημα της ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος, παρουσιάζοντας ένα σχέδιο που χαρακτηρίζει ως «συμβιβασμός», αλλά το οποίο έχει ήδη πυροδοτήσει νέα ένταση με τη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, την UBS. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Ελβετίας ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα τις τελικές του προτάσεις για την ενίσχυση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, με στόχο την αποτροπή μιας νέας κατάρρευσης τύπου Credit Suisse.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το πακέτο μέτρων είναι «πιο μετριοπαθές από ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί» και συνιστά μια «ισορροπημένη συνολική λύση». Ωστόσο, η UBS το χαρακτήρισε «ακραίο» και υποστήριξε ότι «στερείται διεθνούς ευθυγράμμισης». Στην πράξη, η κυβέρνηση προχώρησε σε κάποιες υποχωρήσεις, αλλά παρέμεινε ανυποχώρητη στο βασικό της αίτημα: την αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων της τράπεζας κατά 20 δισ. δολάρια, ανοίγοντας τον δρόμο για νέα αντιπαράθεση.
Τι αλλάζει στο σχέδιο της ελβετικής κυβέρνησης
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τον τρόπο με τον οποίο η UBS θα υπολογίζει στοιχεία δύσκολης αποτίμησης, όπως το εσωτερικά ανεπτυγμένο λογισμικό και οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTAs). Στις προηγούμενες προτάσεις της κυβέρνησης, τα στοιχεία αυτά δεν θα μπορούσαν να προσμετρώνται στο βασικό κεφάλαιο CET1 της τράπεζας, κάτι που θα κόστιζε περίπου 11 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τους Financial Times.
Ωστόσο, μετά από αντιδράσεις κατά τη δημόσια διαβούλευση, η κυβέρνηση υπαναχώρησε εν μέρει. Κατάργησε πλήρως το σκέλος που αφορούσε τις DTAs και χαλάρωσε τη στάση της για το λογισμικό, επιτρέποντας τη σταδιακή απομείωσή του από το εποπτικό κεφάλαιο σε διάστημα τριών ετών, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ προβλέπεται και διετής μεταβατική περίοδος.
Με βάση τις νέες ρυθμίσεις, η επίπτωση στο κεφάλαιο CET1 της UBS περιορίζεται στα 4 δισ. δολάρια αντί για 11 δισ. που προβλεπόταν αρχικά. Τα συγκεκριμένα μέτρα θα εφαρμοστούν με κυβερνητικό διάταγμα και δεν απαιτούν κοινοβουλευτική έγκριση, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ελάφρυνσης για την τράπεζα. Μάλιστα, αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι αν το κοινοβούλιο επιχειρήσει να μειώσει το βάρος σε άλλα σημεία, τα μέτρα αυτά ενδέχεται να επανεξεταστούν.
Ο αναλυτής Αντρέας Βεντίτι της Vontobel σημείωσε ότι η UBS απέφυγε το «χειρότερο σενάριο» όσον αφορά τα μέτρα μέσω διατάγματος. Από την πλευρά του, ο Κιάν Αμπουχοσεΐν της JPMorgan Chase ανέφερε ότι η τελική μορφή είναι βελτιωμένη σε σχέση με το αρχικό σχέδιο, το οποίο χαρακτήρισε «υπερβολικά τιμωρητικό» και μη ευθυγραμμισμένο με τα διεθνή πρότυπα, επισημαίνοντας όμως ότι δεν υπήρξε καμία βελτίωση στο κρίσιμο ζήτημα της κεφαλαιακής μεταχείρισης των θυγατρικών στο εξωτερικό.
Το μεγαλύτερο βάρος στις διεθνείς θυγατρικές
Το πιο σημαντικό και αμφιλεγόμενο μέρος του πακέτου αφορά ένα προσχέδιο νόμου που θα υποχρεώνει την UBS να καλύπτει πλήρως με κεφάλαια από τη μητρική της στην Ελβετία τις διεθνείς της θυγατρικές. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου θα απαιτήσει επιπλέον 20 δισ. δολάρια κεφαλαίου.
Σε αντίθεση με τα μέτρα που θα εφαρμοστούν με διάταγμα, το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου δεν είναι οριστικό και μπορεί να τροποποιηθεί από το κοινοβούλιο. Παρά τις έντονες πιέσεις από την UBS και φορείς του κλάδου, αλλά και την αντίθεση πολιτικών δυνάμεων, όπως το δεξιό Swiss People’s Party και οι κεντρώοι Πράσινοι Φιλελεύθεροι, η κυβέρνηση δεν έκανε πίσω.
Σήμερα, η UBS, με ισχυρή παρουσία στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ασία, υποχρεούται να καλύπτει το 60% των κεφαλαίων των διεθνών θυγατρικών της μέσω της μητρικής. Με το νέο καθεστώς, θα πρέπει να χρησιμοποιεί αποκλειστικά κεφάλαιο CET1, το οποίο είναι το ακριβότερο είδος τραπεζικού κεφαλαίου.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, διακομματική ομάδα Ελβετών πολιτικών πρότεινε έναν συμβιβασμό, που θα επέτρεπε στην UBS να χρησιμοποιήσει ομόλογα AT1 για την κάλυψη έως και του 50% των κεφαλαιακών αναγκών των θυγατρικών της. Σε αυτή την περίπτωση, η τράπεζα θα χρειαζόταν μόλις 400 εκατ. δολάρια επιπλέον CET1 αντί για 20 δισ., ενώ το υπόλοιπο θα καλυπτόταν από περίπου 16 δισ. δολάρια σε νέα AT1.
Η κυβέρνηση απέρριψε αυτή την προσέγγιση, δηλώνοντας ότι η «μερική κάλυψη με κεφάλαιο CET1 δεν είναι αποτελεσματική». Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές, αναμένεται ότι η χρήση AT1 θα αποτελέσει βασικό σημείο συμβιβασμού κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Εξετάζονται επίσης εναλλακτικές, όπως η μείωση του ποσοστού κάλυψης από 100% σε 80%.
Παρά τις προειδοποιήσεις ότι ενδεχόμενη σημαντική χαλάρωση των κανόνων θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανεξέταση άλλων μέτρων, το υπουργείο Οικονομικών φαίνεται διατεθειμένο να αποδεχθεί ορισμένες προσαρμογές.
Οι συνέπειες για τη στρατηγική της UBS ενδέχεται να είναι σημαντικές εάν το σχέδιο νόμου παραμείνει ως έχει. Η υπουργός Οικονομικών της Ελβετίας, Καρίν Κέλερ-Ζούτερ, η οποία ηγήθηκε της μεταρρύθμισης, παραδέχθηκε ότι η εφαρμογή των μέτρων θα καταστήσει ακριβότερη την ανάπτυξη της τράπεζας στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεάζοντας άμεσα τα διεθνή της σχέδια επέκτασης.