ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Αύξηση τιμών στα λιπάσματα – Πίεση στην αγροτική παραγωγή από Μέση Ανατολή – Στα ύψη η ουρία έως 46%

Η γεωπολιτική αστάθεια αυξάνει τις τιμές, επηρεάζοντας την αγροτική παραγωγή και προκαλώντας ανησυχία στους παραγωγούς για το μέλλον της καλλιέργειας.

Σε ιδιαίτερα δύσκολη φάση βρίσκεται η παγκόσμια αγορά λιπασμάτων, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.

Ο κλάδος, πριν από λίγα χρόνια, είχε βρεθεί ξανά σε περίοδο έντονων αναταράξεων, με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία να εκτινάσσει τα κόστη τόσο για τη βιομηχανία λιπασμάτων όσο και για τους χρήστες, τους παραγωγούς και, κατ’ επέκταση, τον τελικό καταναλωτή.

Αυτή τη φορά, η εν εξελίξει κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει χώρες-κλειδιά στην παραγωγή βασικών λιπασμάτων, ιδιαίτερα αζώτου και ουρίας, όπως το Ιράν και κράτη του Κόλπου. Την ίδια στιγμή, τα προβλήματα στη διακίνηση μέσω των Στενών του Ορμούζ επιτείνουν την αβεβαιότητα και τις πιέσεις στην αγορά.

Οι τιμές των λιπασμάτων στις παγκόσμιες αγορές καταγράφουν σημαντική άνοδο μετά την έναρξη της σύρραξης στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με στοιχεία διεθνών οργανισμών.

Συγκεκριμένα, η Παγκόσμια Τράπεζα αναφέρει ότι η τιμή της ουρίας αυξήθηκε έως και 46% μόλις σε έναν μήνα (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2026), λόγω διαταραχών στην ενέργεια και τις μεταφορές. Αντίστοιχα, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) καταγράφει αύξηση περίπου 20% στις αρχές Μαρτίου, επισημαίνοντας την άμεση σύνδεση με το αυξημένο κόστος καυσίμων και λιπασμάτων.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ε.Ε., οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων είναι αυξημένες έως και 58% σε σχέση με το 2024.

Όπως εξήγησε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών και Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ), Κωνσταντίνος Ωραιόπουλος, η ένταση στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τη διεθνή συγκυρία, επηρεάζει άμεσα την αγορά, δεδομένου ότι περίπου το 60%-70% των αζωτούχων λιπασμάτων παράγεται σε χώρες της Μέσης Ανατολής.

«Οι τιμές που διαμορφώνονται, κυρίως λόγω του μεταφορικού και ενεργειακού κόστους, πιέζουν πάρα πολύ την αγορά λιπασμάτων», τόνισε.

Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος του ΣΠΕΛ, Δημήτρης Ρουσσέας, είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η σημερινή συγκυρία είναι ακόμη πιο δύσκολη και από εκείνη του 2022, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι δεν υπάρχει σαφής ορίζοντας αποκλιμάκωσης της κατάστασης.

Η εικόνα στην ελληνική αγορά

Η αύξηση του κόστους οδηγεί ήδη σε αλλαγές στον καλλιεργητικό σχεδιασμό, με καλλιέργειες υψηλών απαιτήσεων, όπως το καλαμπόκι, να περιορίζονται και τους παραγωγούς να στρέφονται σε λιγότερο απαιτητικές επιλογές.

Την ίδια στιγμή, καταγράφεται έντονη επιφυλακτικότητα στις εισαγωγές πρώτων υλών, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να αποφασίσουν τόσο για τις ποσότητες όσο και για τη δυνατότητα απορρόφησης των προϊόντων από τους αγρότες.

«Υπάρχει μεγάλος προβληματισμός για το αν οι παραγωγοί θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τις ποσότητες αυτές με τις σημερινές τιμές», σημειώνει ο κ. Ρουσσέας.

Τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου τόνισαν ότι υπάρχει επάρκεια και η φετινή καλλιεργητική περίοδος έχει σε μεγάλο βαθμό διασφαλιστεί.

«Υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες τόσο σε καταστήματα όσο και σε εταιρείες διανομής, επομένως δεν τίθεται θέμα επάρκειας για τις μεθόδους καλλιέργειας αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο κ. Ωραιόπουλος, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι αυτή η εικόνα μπορεί να αλλάξει εάν παραταθεί η διεθνής κρίση, με πιθανές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας.

Ο κ. Ρουσσέας κάνει λόγο για την ύπαρξη διπλού κινδύνου: είτε αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής είτε, σε περίπτωση που οι διεθνείς τιμές πιεστούν, απώλεια ανταγωνιστικότητας για την ελληνική και ευρωπαϊκή γεωργία.

Πάντως, ο πρόεδρος του ΣΠΕΛ επισημαίνει ότι βασική ανησυχία του κλάδου είναι το ενδεχόμενο υπολίπανσης, δηλαδή η μειωμένη χρήση λιπασμάτων από τους παραγωγούς λόγω υψηλού κόστους.

«Η υπολίπανση επηρεάζει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής και αυτό είναι κάτι που θέλουμε να αποφύγουμε», είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, σημειώνοντας ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν εμφανιστεί τέτοια φαινόμενα την άνοιξη, αλλά ενδέχεται να προκύψουν στις θερινές εφαρμογές.

Παράλληλα, ο κ. Ρουσσέας επισημαίνει ότι η αύξηση του κόστους μπορεί είτε να μετακυλιστεί στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών αγροτικών προϊόντων είτε, σε περίπτωση πίεσης των διεθνών τιμών, να οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας για την ελληνική και ευρωπαϊκή γεωργία.

«Προς τη σωστή κατεύθυνση τα μέτρα στήριξης από την κυβέρνηση»

Με το ξέσπασμα της κρίσης, η κυβέρνηση προχώρησε, μεταξύ άλλων, στην παροχή επιδότησης για την αγορά λιπασμάτων, ύψους 15 εκατ. ευρώ, επιχειρώντας έτσι να περιορίσει τις επιπτώσεις του αυξημένου κόστους παραγωγής στον αγροτικό τομέα.

Το βασικό μέτρο αφορά επιδότηση ύψους 15% επί της αξίας των τιμολογίων αγοράς λιπασμάτων, η οποία καλύπτει αγορές που πραγματοποιούνται από τις 15 Μαρτίου έως και τις 31 Μαΐου 2026, με αναδρομική ισχύ.

Δικαιούχοι της ενίσχυσης είναι επαγγελματίες αγρότες, καθώς και επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα, ενώ η καταβολή της θα γίνει μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, βάσει των παραστατικών αγοράς.

«Αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Ωραιόπουλος, ενώ ο κ. Ρουσσέας σημείωσε πως «αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση της όλης κατάστασης».

Πάντως, σύμφωνα με τον κλάδο, χρειάζεται να ληφθούν και άλλα μέτρα για να αντιμετωπιστεί η αύξηση του κόστους.

Μεταξύ των προτάσεων του κλάδου είναι η αναβολή ή άρση της εφαρμογής του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), που επιβαρύνει τις εισαγωγές λιπασμάτων, καθώς και η διεύρυνση των πηγών προμήθειας πρώτων υλών από περισσότερες χώρες, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση.

Τέλος, ζητείται η επέκταση της επιδότησης και η ενίσχυση των αγροτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και η άρση περιορισμών που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε βασικούς προμηθευτές.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ