Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τους όρους με τους οποίους δέχεται ξένες επενδύσεις στη βιομηχανία της, απαιτώντας πλέον από εταιρείες που ανοίγουν εργοστάσια εντός της ΕΕ να μεταφέρουν τεχνογνωσία και να προσλαμβάνουν τοπικό προσωπικό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η στρατηγική μπορεί να αποδώσει, την ώρα που η κινεζική επιρροή στην ευρωπαϊκή παραγωγή ενισχύεται.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εργοστασίου της Bosch στη Ναβάρα της βόρειας Ισπανίας, το οποίο κάποτε λειτουργούσε με έντονη δραστηριότητα παράγοντας πλυντήρια πιάτων, αλλά σήμερα παραμένει ανενεργό. Η γερμανική εταιρεία έκλεισε τη μονάδα πέρυσι λόγω απώλειας μεριδίου αγοράς προς φθηνότερα εργοστάσια στην Κίνα, αφήνοντας πίσω της περισσότερες από 600 χαμένες θέσεις εργασίας. Η οργή των εργαζομένων αποτυπώθηκε ακόμη και σε γκράφιτι με το μήνυμα: «Απολύθηκε εργάτης, κρεμάστε το αφεντικό».
Ωστόσο, νέα προοπτική για την περιοχή έξω από την Παμπλόνα φαίνεται να προκύπτει ειρωνικά από την ίδια την Κίνα. Η Ισπανία πρωτοστατεί στις προσπάθειες προσέλκυσης κινεζικών επενδύσεων στην Ευρώπη, με τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ να έχει συναντήσει τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ για τέταρτη φορά μέσα σε λίγο περισσότερο από τρία χρόνια. Ήδη καταγράφονται απτά αποτελέσματα, καθώς τον Μάρτιο η Hithium, ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές μπαταριών της Κίνας, ανακοίνωσε σχέδια για επένδυση 400 εκατ. ευρώ σε εργοστάσιο στη Ναβάρα, με το πρώην εργοστάσιο της Bosch να βρίσκεται στη λίστα πιθανών τοποθεσιών.

Η Ισπανία θεωρεί ότι χρειάζεται την κινεζική τεχνογνωσία υψηλής τεχνολογίας για να αντιστρέψει την αποβιομηχάνιση. Ωστόσο, η αυξανόμενη εξάρτηση από την Κίνα προκαλεί ανησυχία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς οι ηγέτες της ηπείρου επιδιώκουν να διασφαλίσουν τη λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία». Ο ίδιος ο Σι Τζινπίνγκ έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι στόχος είναι η δημιουργία εξάρτησης άλλων χωρών από την κινεζική προηγμένη μεταποίηση, κάτι που το Πεκίνο θεωρεί εργαλείο επιρροής σε μια εποχή γεωπολιτικών αναταράξεων.
Στη Ναβάρα, η στάση απέναντι στην Κίνα είναι θετική. Η περιφερειακή κυβέρνηση εργάστηκε για περισσότερα από δύο χρόνια ώστε να πείσει τη Hithium να επενδύσει στην περιοχή. Το εργοστάσιο αναμένεται να δημιουργήσει 700 θέσεις εργασίας και να λειτουργήσει ως κοινοπραξία με την τοπική κυβέρνηση ή επιχείρηση, ενώ θα είναι από τις πρώτες μονάδες παραγωγής κυψελών μπαταριών στην ΕΕ, σε έναν τομέα όπου καμία ευρωπαϊκή εταιρεία δεν έχει φτάσει την τεχνολογική υπεροχή της Κίνας.
Ο Γκιγιέρμο Αλόνσο, επικεφαλής του οργανισμού Invest in Navarra, επισήμανε ότι η Hithium άνοιξε πέρυσι εργοστάσιο στο Ντάλας, επωφελούμενη από τα κίνητρα πράσινων επενδύσεων του νόμου Inflation Reduction Act του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν. Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να καταργήσει μέρος του νόμου αυτού επανέφερε το ενδιαφέρον κινεζικών εταιρειών προς την Ευρώπη, με τον ίδιο να σχολιάζει χαρακτηριστικά: «Έχουμε τον Τραμπ να ευχαριστούμε».
Ο υπουργός Βιομηχανίας της Ισπανίας, Τζόρντι Ερεού, δήλωσε ότι «η Ισπανία είναι μια χώρα ικανή να συνομιλεί με όλο τον κόσμο. Είσαι λιγότερο ευάλωτος όταν είσαι ανοιχτός σε όλους». Παράλληλα όμως, άλλες φωνές στην Ευρώπη εκφράζουν επιφυλάξεις. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ προειδοποίησε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ότι δεν υπάρχει αμοιβαίο όφελος «όταν η ενσωμάτωση γίνεται πηγή υποταγής», ενώ ο Ισπανός ιστορικός Φλορεντίνο Πορτέρο υποστήριξε ότι η εμπορική πολιτική της Κίνας αποτελεί μέρος της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Μάρτιο το σχέδιο νόμου «Made in Europe», γνωστό και ως Industrial Accelerator Act (IAA). Η πρόταση προβλέπει αυστηρότερους όρους για ξένες επενδύσεις, απαιτώντας μεταξύ άλλων μεταφορά τεχνολογίας, απασχόληση Ευρωπαίων εργαζομένων και ενίσχυση της τοπικής παραγωγής. Η λογική θυμίζει την πολιτική που ακολούθησε η Κίνα από τη δεκαετία του 1980, όταν υποχρέωνε δυτικές εταιρείες να μοιράζονται τεχνογνωσία ως αντάλλαγμα για πρόσβαση στην αγορά της.

Οι κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η καθαρή ενέργεια, τα ηλεκτρικά οχήματα και οι μπαταρίες. Σύμφωνα με τη Rhodium Group, οι επενδύσεις σε νέα εργοστάσια έφτασαν σχεδόν τα 12 δισ. δολάρια πέρυσι, τριπλάσιες σε σχέση με το 2022, με την Ουγγαρία να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος.
Το νέο νομοσχέδιο επιτρέπει στα κράτη-μέλη να μπλοκάρουν επενδύσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ σε στρατηγικούς τομείς εάν προέρχονται από χώρες που κατέχουν πάνω από το 40% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας. Για να εγκριθούν, τα επενδυτικά σχέδια θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον το 50% των θέσεων εργασίας με Ευρωπαίους εργαζομένους και να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια, όπως σύσταση κοινοπραξίας, περιορισμό ιδιοκτησίας του ξένου επενδυτή κάτω από 49%, μεταφορά πνευματικών δικαιωμάτων και επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη.
Παράλληλα, εταιρείες που συμμορφώνονται θα έχουν πρόσβαση σε δημόσια χρηματοδότηση από την ΕΕ και τα κράτη-μέλη, κάτι κρίσιμο δεδομένου του υψηλότερου κόστους εργασίας στην Ευρώπη σε σύγκριση με την Κίνα. Ωστόσο, το σχέδιο δεν ικανοποιεί πλήρως ούτε τις πιο παρεμβατικές χώρες όπως η Γαλλία ούτε τις πιο φιλελεύθερες όπως η Γερμανία.
Ο Μιλάν Νεντέλκοβιτς, μελλοντικός διευθύνων σύμβουλος της BMW, χαρακτήρισε το μέτρο «μη βοηθητικό», προειδοποιώντας ότι μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερη καινοτομία και χαμηλότερη ανάπτυξη. Από την πλευρά της, η Κίνα κατηγόρησε την ΕΕ για προστατευτισμό, υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο αυξάνει την αβεβαιότητα για τις κινεζικές επιχειρήσεις.
Ο Μάρτιν Σέμπενα, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, περιέγραψε την πολιτική της ΕΕ ως μια «διαχειριζόμενη αγκαλιά» προς τους Κινέζους επενδυτές, που ούτε τους απορρίπτει ούτε τους αφήνει πλήρη ελευθερία. Τόνισε όμως ότι η επίτευξη πραγματικής βιομηχανικής αυτονομίας εξαρτάται και από τα κράτη-μέλη, τα οποία διαθέτουν τα βασικά εργαλεία πολιτικής.
Τελικά, η προσπάθεια της ΕΕ να «εξευρωπαϊσει» τις κινεζικές επενδύσεις δημιουργεί ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης για το ποιος χρειάζεται περισσότερο τον άλλον, σύμφωνα με τους Financial Times. Το αν η ευρωπαϊκή αγορά, που επιθυμεί την κινεζική τεχνογνωσία, έχει θέσει πολύ υψηλό τίμημα για την πρόσβαση, μένει να φανεί.
Στη Ναβάρα, πάντως, οι επιλογές φαίνεται να είναι περιορισμένες. Όπως δήλωσε ο υπουργός Βιομηχανίας της περιφέρειας, Μικέλ Ιρούχο, οι αμερικανικές εταιρείες δείχνουν ελάχιστο ενδιαφέρον: «Αν έπρεπε να μετρήσω πόσες αμερικανικές βιομηχανικές εταιρείες ενδιαφέρθηκαν για τη Ναβάρα, δεν θα χρειαζόμουν όλα τα δάχτυλα του ενός χεριού».