Η ΕΕ επιχειρεί ένα ακόμη άλμα προς πιο ενιαίες αγορές κεφαλαίου, με τις έξι μεγαλύτερες οικονομίες της να ζητούν έναν ενιαίο εποπτικό «φύλακα» για τις κρίσιμες χρηματοπιστωτικές υποδομές, την ώρα που η ευρωπαϊκή οικονομία παλεύει με χαμηλή ανάπτυξη και απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η πρωτοβουλία του λεγόμενου «E6» ανοίγει ξανά το μέτωπο Βορρά – Νότου αλλά και μεγάλων – μικρών κρατών, αναδεικνύοντας πως η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς παραμένει ημιτελές και πολιτικά φορτισμένο στοίχημα.
Την επιστροφή του θέματος στο τραπέζι υπογράφουν οι υπουργοί Οικονομικών Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Ολλανδίας και Πολωνίας, οι οποίοι με κοινή επιστολή τους στην Κομισιόν ζητούν να περάσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο η εποπτεία μεγάλων διασυνοριακών χρηματιστηρίων, κεντρικών αντισυμβαλλομένων, θεματοφυλακής τίτλων και κρυπτο-χρηματιστηρίων. Η πρόταση, που εντάσσεται στην υπό διαμόρφωση «Ένωση Αποταμίευσης και Επενδύσεων», επιχειρεί να κατευθύνει τρισεκατομμύρια ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις, περιορίζοντας την εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό και τα αμερικανικά κεφάλαια. Στόχος είναι πιο βαθιές και ολοκληρωμένες κεφαλαιαγορές, που –όπως υπογράμμισε και η έκθεση Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα– θεωρούνται προϋπόθεση για να κλείσει το χάσμα με ΗΠΑ και Κίνα.
Η ΕΕ οικονομία σε σταυροδρόμι – ο «φύλακας» των αγορών
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία: την επόμενη εβδομάδα οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνεδριάζουν για να συζητήσουν την «ασθμαίνουσα» ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, ενώ η Επιτροπή ετοιμάζει οδικό χάρτη με συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιαγράμματα. Η οικονομία της ΕΕ πιέζεται από την υποτονική ανάπτυξη, τις κινεζικές εξαγωγές που πιέζουν τη βιομηχανία, τους αμερικανικούς δασμούς και τον μόνιμο φόβο μιας νέας ενεργειακής κρίσης, μετά το σοκ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς –και ειδικά της αγοράς υπηρεσιών και κεφαλαίων– παρουσιάζεται από τις Βρυξέλλες ως ίσως η τελευταία μεγάλη «εσωτερική» μεταρρύθμιση που μπορεί να δώσει αναπτυξιακή ώθηση χωρίς τεράστια νέα δημοσιονομικά πακέτα.
Κομβικό στοιχείο της πρότασης είναι η ενίσχυση της Παρισινής Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) σε κεντρικό επόπτη για μεγάλες διασυνοριακές πλατφόρμες, με το επιχείρημα ότι η κατακερματισμένη εποπτεία κρατά «μικρές» τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές και αυξάνει το κόστος για επενδυτές και επιχειρήσεις. Η Κομισιόν θεωρεί ότι η ενιαία, αυστηρή αλλά συνεπής εφαρμογή των κανόνων θα ευνοήσει τη συγκέντρωση, τη δημιουργία μεγαλύτερων παικτών και την κινητοποίηση του ιδιωτικού χρήματος, σε συνέχεια της λογικής Ντράγκι για αξιοποίηση των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων.
Η άλλη όψη της ΕΕ οικονομίας: αντίσταση μικρών κρατών και «τέρας» της ενιαίας αγοράς
Ωστόσο, η στόχευση για συμφωνία μέχρι το καλοκαίρι του 2026 μοιάζει εξαιρετικά φιλόδοξη, καθώς η πρόταση συναντά σφοδρή αντίδραση από μικρότερα κράτη-μέλη με υπερμεγέθεις χρηματοοικονομικούς κλάδους, όπως το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία. Η αναβάθμιση της ESMA μεταφράζεται, στα μάτια τους, σε απώλεια εθνικού ελέγχου πάνω σε βιομηχανίες που αποτελούν μέχρι και το ένα τέταρτο της οικονομίας τους – στη περίπτωση του Λουξεμβούργου, η βιομηχανία επενδυτικών κεφαλαίων αξίας άνω των 7,3 τρισ. ευρώ. Ο Λουξεμβούργιος υπουργός Οικονομικών Ζιλ Ροτ έχει ήδη δηλώσει ότι «η μετατροπή της ESMA σε κεντρικό επόπτη δεν θα πετύχει τους στόχους» της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, ενώ η Ιρλανδία προκρίνει ένα υβριδικό μοντέλο, με ενισχυμένο συντονιστικό ρόλο της ESMA αλλά διατήρηση της άμεσης εποπτείας από τις εθνικές αρχές.
Η στάση αυτή δεν είναι καινούρια· οι Financial Times περιγράφουν σε ξεχωριστή ανάλυση πώς το Λουξεμβούργο έχει συστηματοποιήσει την αντίστασή του σε ένα πλήρως ενοποιημένο εποπτικό μοντέλο, λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς για άλλα μικρά κράτη που φοβούνται απώλεια φορολογικών και ρυθμιστικών πλεονεκτημάτων. Ο ίδιος ο όρος «τέρας» της ενιαίας αγοράς χρησιμοποιείται από αξιωματούχους στο Γκραν Ντουκάτο για να περιγράψει τον κίνδυνο ενός υπερ-γραφειοκρατικού ευρωπαϊκού σχήματος που θα στραγγαλίσει τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, την ώρα που αυτά τα πλεονεκτήματα τους έχουν καταστήσει από τους πλουσιότερους παγκοσμίως σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
ΕΕ, οικονομία και το «όνειρο» της ενιαίας αγοράς που ξεθώριασε
Το σημερινό στοίχημα για την ΕΕ οικονομία δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορική διαδρομή της ενιαίας αγοράς, που πολλοί στις Βρυξέλλες θεωρούν «όνειρο που ξεθώριασε». Από το οραματικό σχέδιο Ντελόρ στη δεκαετία του 1980, η ενιαία αγορά προχώρησε γρήγορα στα αγαθά, αλλά κόλλησε στις υπηρεσίες, όπου η περιβόητη οδηγία Μπολκενστάιν –με τον φόβο του «Πολωνού υδραυλικού»– άφησε βαθιές πολιτικές πληγές και ενίσχυσε την οικονομική εθνικοφροσύνη σε πολλά κράτη-μέλη. Μετά την κρίση του 2008, η αμφισβήτηση των αγορών και η άνοδος του οικονομικού εθνικισμού περιόρισαν ακόμη περισσότερο την όρεξη για ριζικές μεταρρυθμίσεις, με αποτέλεσμα οι προσπάθειες ολοκλήρωσης στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες και στις κεφαλαιαγορές να προχωρούν αποσπασματικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι η έκθεση Ντράγκι επανέφερε με έμφαση την ανάγκη «πλήρους εφαρμογής της ενιαίας αγοράς», συνδέοντας την κατακερματισμένη αγορά με την αδυναμία δημιουργίας ευρωπαϊκών «πρωταθλητών» στην τεχνολογία και την καινοτομία. Χαρακτηριστικό είναι ότι από 147 ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις που έφτασαν αξία άνω του 1 δισ. δολαρίων στην περίοδο 2008–2021, 40 μετέφεραν την έδρα τους στο εξωτερικό, αναζητώντας ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια και μεγαλύτερες ενιαίες αγορές, κυρίως στις ΗΠΑ.
Αν η νέα ώθηση των «έξι μεγάλων» καταφέρει να ξεπεράσει τα βέτο και τα μικρο-εθνικά συμφέροντα, η ΕΕ ίσως αποκτήσει επιτέλους εκείνον τον ενιαίο χρηματοπιστωτικό σκελετό που εδώ και δεκαετίες σχεδιάζει αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνει. Αν όχι, το ευρωπαϊκό αφήγημα για στρατηγική αυτονομία και «οικονομική κυριαρχία» κινδυνεύει να μείνει ένα ακόμη φιλόδοξο non paper, την ώρα που η πραγματική οικονομία της Ένωσης «σέρνεται» πίσω από ανταγωνιστές που διαθέτουν πολύ πιο βαθιές και ολοκληρωμένες κεφαλαιαγορές.