Στο «μικροσκόπιο» του Οικονομικού Εισαγγελέα βρίσκεται, πλέον, το πόρισμα της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος που αφορά στην υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων του ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκατομμυρίων ευρώ, την περίοδο 2020 – 2025, με πρωταγωνιστή τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο και ακόμη πέντε πρόσωπα που φέρονται να έχουν σχέση με τις έξι εταιρείες που ελέγχονται.
Το πόρισμα της Αρχής, που αριθμεί περισσότερες από 60 σελίδες, έφτασε στα χέρια του επικεφαλής της Οικονομικής Εισαγγελίας, Παναγιώτη Καψιμάλη μαζί με τις διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση. Ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός διέταξε άμεσα επείγουσα προκαταρκτική εξέταση την οποία θα διενεργήσει επίκουρος οικονομικός εισαγγελέας.
Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης θα διερευνηθεί το ενδεχόμενο της διάπραξης των κακουργημάτων της υπεξαίρεσης και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, πάνω από 2 εκατομμυρίων ευρώ, από τα έξι πρόσωπα, αδικήματα τα οποία περιγράφονται στο πόρισμα Βουρλιώτη.
Ο εισαγγελέας θα επιχειρήσει να εντοπίσει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν στην υπόθεση, βάζοντας στο επίκεντρο της έρευνάς του τις διαδρομές των μεγάλων χρηματικών ποσών που προορίζονταν για εκπαιδευτικά προγράμματα αλλά και τον τρόπο που πιθανότατα συνδέονται με πρόσωπα και εταιρείες. Για την εισαγγελική έρευνα θα χρειαστεί η συνδρομή τραπεζών, του κτηματολογίου αλλά και των αρμοδίων ελεγκτικών υπηρεσιών. Στόχος είναι να ερευνηθούν σε βάθος οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των εμπλεκόμενων προσώπων, οι τυχόν αγορές ακινήτων και μεγάλης αξίας περιουσιακών στοιχείων εντός της επίδικης περιόδου. Παράλληλα, θα επιχειρηθεί η χαρτογράφηση και η κατάληξη των ελληνικών και κοινοτικών κονδυλίων. Μάλιστα, νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι δεν αποκλείεται να μπουν στο «κάδρο» της υπόθεσης νέα πρόσωπα και εταιρείες που ενδεχομένως αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου δικτύου.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι η πρώτη κίνηση του εισαγγελέα θα είναι η επίδοση των διατάξεων δέσμευσης στα έξι πρόσωπα που καταγράφονται στο πόρισμα ώστε να έχουν τη δυνατότητα, αν το επιθυμούν, να προσφύγουν κατά του «παγώματος» της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους στο πλαίσιο των προθεσμιών που προβλέπει ο νόμος.
Σε κάθε περίπτωση, όταν η Οικονομική Εισαγγελία συγκεντρώσει το απαραίτητο υλικό, θα καλέσει σε εξηγήσεις τον κ. Παναγόπουλο και όσους προκύψουν ενδείξεις ότι εμπλέκονται στην υπόθεση και στη συνέχεια θα αποφανθεί εάν θα προχωρήσει στην άσκηση ποινικών διώξεων ή θα «δείξει» το δρόμο για το αρχείο. Τα κεντρικά πρόσωπα της υπόθεσης, πάντως, αρνούνται ότι διέπραξαν οποιαδήποτε παράνομη πράξη επιμένοντας πως οι συναλλαγές τους ήταν απολύτως νόμιμες.
Το πόρισμα
Το πόρισμα της Αρχής διαβιβάστηκε στον αρμόδιο εισαγγελέα όταν, όπως έγινε γνωστό, την περασμένη εβδομάδα «μπλόκαραν» την κινητή και ακίνητη περιουσία του Γιάννη Παναγόπουλου και ακόμη πέντε προσώπων.
Στο πλαίσιο της έρευνας της Αρχής ακολουθήθηκε η διαδρομή και ο τρόπος διάθεσης κονδυλίων που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73 εκατομμυρίων.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι σύμφωνα με το πόρισμα από την έρευνα των στοιχείων προέκυψαν ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων από τα συγκεκριμένα πρόσωπα.
Στον κ. Παναγόπουλο φέρεται να αποδίδεται ηγετικός ρόλος στην υπόθεση, καθώς σύμφωνα με το πόρισμα, προχωρούσε σε απευθείας αναθέσεις ή αναθέσεις μέσω διαγωνισμών των δημόσιων έργων σε συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς και σε άλλες ενδιάμεσες εταιρείες στις οποίες διοχέτευε συστηματικά κεφάλαια. Μάλιστα, οι εταιρείες εμφανίζονται να εναλλάσσονταν μεταξύ τους ως ανάδοχοι των έργων ενώ σε πολλές περιπτώσεις απευθείας αναθέσεις δεν είχαν αναρτηθεί στη Διαύγεια.
Από την έρευνα, σύμφωνα με πληροφορίες, διαπιστώθηκε ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν παρουσίαζαν δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και του προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων αναλαμβάνονταν με τη μορφή μετρητών, γεγονός που κατά την Αρχή οδηγεί στο συμπέρασμα πως πρόκειται για εταιρείες «οχήματα».
Σύμφωνα με την Αρχή, η τακτική αυτή εκτιμάται ότι ακολουθήθηκε για την πρόσδοση αληθοφάνειας και νομιμοφάνειας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000€ για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιρειών, γεγονός που στοιχειοθετεί τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και μεθοδευμένη στην κάλυψη της πραγματικής διάθεσης των πόρων των συμβάσεων.
Επιπλέον, φέρονται να διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρηματικών ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων που στερούνταν νόμιμης αιτιολογίας, όπως και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών που ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο ευρώ και καταδεικνύουν, σύμφωνα με το πόρισμα, τη μεθόδευση της απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων.