Η αγορά ακινήτων στην Αττική κινείται τα τελευταία χρόνια με έναν «αθόρυβο» αλλά σταθερό καταλύτη: το Μετρό. Η εγγύτητα σε σταθμούς εξελίσσεται σε βασικό επενδυτικό πλεονέκτημα, επηρεάζοντας τόσο τις τιμές πώλησης όσο και τα ενοίκια, πολύ πριν ολοκληρωθούν τα έργα. Η Γραμμή 4 αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης.
Περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν προσιτές ή δευτερεύουσες στον χάρτη της ζήτησης, μπαίνουν πλέον δυναμικά στο στόχαστρο αγοραστών και επενδυτών. Η αυξημένη προσβασιμότητα, η σύνδεση με το κέντρο και τα μεγάλα πανεπιστημιακά και επιχειρηματικά σημεία της πόλης λειτουργούν ως «μαγνήτης», δημιουργώντας πιέσεις στις τιμές των ακινήτων αλλά και στα μισθώματα.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο σε περιοχές όπου τα έργα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Αντίθετα, ακόμη και στους δήμους όπου η κατασκευή βρίσκεται στη φάση του σχεδιασμού ή της μελέτης, οι υπεραξίες έχουν ήδη αρχίσει να ενσωματώνονται στις ζητούμενες τιμές. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά προεξοφλεί τα οφέλη της μελλοντικής λειτουργίας του Μετρό.
Η Γραμμή 4 «Άλσος Βεΐκου – Γουδή», με 15 νέους σταθμούς στο βασικό της τμήμα, αλλάζει τις ισορροπίες σε γειτονιές όπως η Κυψέλη, το Γαλάτσι, τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, η Καισαριανή και ο Ζωγράφου. Πρόκειται για περιοχές με έντονη κατοικία, φοιτητικό πληθυσμό και αυξημένη ζήτηση για ενοικίαση, όπου οι τιμές ήδη καταγράφουν ανοδική πορεία.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στο πρώτο τμήμα της Γραμμής 4. Οι σχεδιαζόμενες επεκτάσεις προς Παγκράτι και Βύρωνα, αλλά και τα μελλοντικά σενάρια προς Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Ίλιον και Πετρούπολη, έχουν αρχίσει να επηρεάζουν τις προσδοκίες της αγοράς. Αντίστοιχα, στο τραπέζι βρίσκονται και επεκτάσεις άλλων γραμμών, όπως της Γραμμής 2 προς Ίλιον, αλλά και νέοι σταθμοί στη νότια Αθήνα, με κατεύθυνση προς Γλυφάδα.
Μεσιτικά γραφεία επισημαίνουν ότι τα ακίνητα σε απόσταση λίγων λεπτών από μελλοντικούς σταθμούς Μετρό προσελκύουν πλέον αγοραστές με υψηλότερα εισοδηματικά κριτήρια, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Το ενδιαφέρον αυτό συνδέεται όχι μόνο με ιδιοκατοίκηση, αλλά και με επενδυτικές κινήσεις, κυρίως για εκμετάλλευση μέσω μακροχρόνιας ή βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Παράλληλα, η αύξηση των τιμών δεν φαίνεται –τουλάχιστον προς το παρόν– να λειτουργεί αποτρεπτικά. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις ενισχύει τη λογική της «έγκαιρης αγοράς», πριν οι υπεραξίες αποτυπωθούν πλήρως μετά την ολοκλήρωση των έργων. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος ζήτησης, όπου οι τιμές ανεβαίνουν ακριβώς επειδή όλοι περιμένουν ότι θα ανέβουν κι άλλο.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή δημιουργεί και νέες πιέσεις, κυρίως για τους ενοικιαστές. Σε περιοχές κοντά σε σταθμούς υπό κατασκευή, τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τον μέσο όρο, περιορίζοντας τις επιλογές για νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα και εντείνοντας το πρόβλημα στέγης.
Το Μετρό, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα συγκοινωνιακό έργο. Είναι ένας ισχυρός παράγοντας αναδιαμόρφωσης της αγοράς ακινήτων, που δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και νέες ανισορροπίες. Και όσο τα έργα προχωρούν, τόσο πιο έντονα θα αποτυπώνεται αυτή η αλλαγή στον χάρτη των τιμών και των ενοικίων της Αττικής.