Η κυβέρνηση κινήθηκε με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα προκειμένου να ανακοινώσει τα μέτρα για τον περιορισμό του περιθωρίου κέρδους σε καύσιμα και προϊόντα σούπερ μάρκετ, επιδιώκοντας να στείλει σαφές μήνυμα προς την αγορά ότι δεν θα επιτρέψει φαινόμενα αδικαιολόγητων αυξήσεων τιμών, όπως διαμηνύουν από το Μέγαρο Μαξίμου. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια του οικονομικού επιτελείου να προλάβει πιθανές στρεβλώσεις που θα μπορούσαν να εμφανιστούν λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή και των πιέσεων που αυτή ενδέχεται να προκαλέσει στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι οι στρεβλώσεις είχαν ήδη ξεκινήσει από τα πρατήρια καυσίμων, που αύξησαν αλματωδώς τις τιμές τους μόλις είδαν να ανεβαίνει η τιμή του βαρελιού του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, παρά το γεγονός ότι αυτοί είχαν ακόμη στις δεξαμενές τους βενζίνη και πετρέλαιο που είχαν προμηθευτεί σε χαμηλότερες τιμές.
Προφανώς και η ένταση που επικρατεί στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει ανησυχία σε πολλές χώρες για τις πιθανές επιπτώσεις που θα υπάρξουν στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η Ελλάδα, εννοείται, πως δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, καθώς οποιαδήποτε αύξηση στις τιμές του πετρελαίου ή των καυσίμων μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα και στο κόστος των προϊόντων που φτάνουν στους καταναλωτές στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση θέλησε να κινηθεί προληπτικά, ώστε να αποτραπούν τα φαινόμενα αισχροκέρδειας πριν αυτά εμφανιστούν σε μεγάλη κλίμακα.
Παράλληλα, στο οικονομικό επιτελείο υπάρχει η εκτίμηση ότι η κατάσταση στο διεθνές περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε κίνηση πρέπει να γίνεται με προσοχή, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα και νέων παρεμβάσεων στο μέλλον αν οι συνθήκες το απαιτήσουν, κάτι που ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης άφησε να εννοηθεί. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση προσπαθεί να προστατεύσει την αγορά και τους καταναλωτές χωρίς όμως να εξαντλήσει από τώρα όλα τα διαθέσιμα «όπλα» που διαθέτει.
Η ακρίβεια, άλλωστε, είναι ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα που καλείται να διαχειριστεί το Μέγαρο Μαξίμου τα τελευταία χρόνια. Ο πληθωρισμός, αν και σε ορισμένους τομείς έχει υποχωρήσει, εξακολουθεί να πιέζει το εισόδημα των νοικοκυριών. Το δε κόστος των τροφίμων, της ενέργειας και των βασικών αγαθών παραμένει υψηλό, κάτι που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Σε αυτή τη συγκυρία, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η άμεση αντίδραση είναι σημαντική, όχι μόνο για οικονομικούς αλλά και για πολιτικούς λόγους. Το τελευταίο διάστημα η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις να ενισχύεται πολιτικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, στο εσωτερικό μέτωπο της οικονομίας και ειδικά της ακρίβειας, η κοινωνική πίεση παραμένει ισχυρή.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η παρέμβαση στην αγορά θεωρήθηκε απαραίτητη. Μάλιστα, η χρονική συγκυρία έχει σημασία, καθώς μόλις πριν από λίγες εβδομάδες τέθηκαν σε εφαρμογή οι φορολογικές ελαφρύνσεις που είχε ανακοινώσει ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Οι παρεμβάσεις εκείνες είχαν ως στόχο να αυξήσουν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, επομένως η κυβέρνηση θέλει να αποφύγει το ενδεχόμενο οι αυξήσεις τιμών να «εξαφανίσουν» το όφελος αυτών των μέτρων.
Να σημειωθεί ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν χθες, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εισηγήσεις του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου, ο οποίος είχε την ευθύνη να παρουσιάσει το πλαίσιο της παρέμβασης στην αγορά. Στις συζητήσεις συμμετείχε επίσης και ο Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος διατηρεί στενή επαφή με τον ενεργειακό τομέα. Ο κλάδος της ενέργειας θεωρείται πλέον ιδιαίτερα σημαντικός για την ελληνική οικονομία, καθώς παρουσιάζει έντονη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια.
Η βασική παρέμβαση αφορά την επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στα καύσιμα αλλά και για τα σούπερ μάρκετ. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να περιοριστεί η πιθανότητα αδικαιολόγητων αυξήσεων στις τιμές των προϊόντων που φτάνουν στον καταναλωτή. Ήδη δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η σχετική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, κάτι που σημαίνει ότι τα μέτρα τίθενται άμεσα σε ισχύ. Το πλαίσιο αυτό θα ισχύσει μέχρι τις 30 Ιουνίου, ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα η κυβέρνηση θα παρακολουθεί τις εξελίξεις και θα εξετάζει αν χρειάζονται επιπλέον παρεμβάσεις.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμούν ότι τέτοιες πρωτοβουλίες συμβάλλουν στη διατήρηση ενός θετικού πολιτικού κλίματος για τη Νέα Δημοκρατία. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, άλλωστε, δείχνουν ότι το κυβερνών κόμμα παρουσιάζει βελτίωση στα ποσοστά του. Σε έρευνα της Pulse, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται να καταγράφει αύξηση της τάξης του 1,5 ποσοστιαίας μονάδας στην πρόθεση ψήφου, φτάνοντας το 25,5%. Στην εκτίμηση ψήφου, όπου γίνεται αναγωγή επί των εγκύρων, το ποσοστό ανεβαίνει στο 31,5%. Η διαφορά από το ΠΑΣΟΚ παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας φτάνει τις 14 μονάδες στην πρόθεση ψήφου και τις 18 μονάδες στην εκτίμηση ψήφου. Ταυτόχρονα, τα κόμματα που βρίσκονται σε διαδικασία δημιουργίας ή ανασύνταξης δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να αποκτούν δυναμική που θα μπορούσε να τα οδηγήσει σε διεκδίκηση της εξουσίας. Σημαντικό στοιχείο για την κυβέρνηση είναι επίσης το γεγονός ότι παρατηρείται υψηλή συσπείρωση των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, ενώ καταγράφονται και μετακινήσεις ψηφοφόρων από τα δεξιά του πολιτικού φάσματος προς το κυβερνών κόμμα.
Καθώς η χώρα μπαίνει πλέον στον τελευταίο χρόνο πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι η πολιτική περίοδος που ακολουθεί θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Ο βασικός στόχος του κυβερνητικού επιτελείου τώρα είναι να διατηρήσει τη θετική εικόνα που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις και ταυτόχρονα να περιορίσει όσο γίνεται τα πολιτικά λάθη. Σε αυτό το πλαίσιο, οι παρεμβάσεις στην οικονομία και ειδικά στην αγορά θεωρούνται κομβικές, καθώς επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Η κυβέρνηση επιδιώκει να δείξει ότι μπορεί να αντιδρά γρήγορα όταν εμφανίζονται νέες προκλήσεις, είτε αυτές προέρχονται από το διεθνές περιβάλλον είτε από την εσωτερική οικονομία. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να δείξουν αν τα μέτρα για το πλαφόν κέρδους θα συμβάλουν πράγματι στον περιορισμό της ακρίβειας και στη σταθεροποίηση της αγοράς ή θα απαιτηθούν και νέα, ακόμη πιο σκληρά για όσους κερδοσκοπούν.