Από την αρχαϊκή εποχή (την χρονική περίοδο δηλαδή από το 800 π.Χ. έως το 500 π.Χ.), η πορνεία αποτελούσε δομικό στοιχείο του βίου των Ελλήνων. Στις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις, και ιδίως στα λιμάνια, αποτελούσε μια από τις σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες, απασχολώντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του πληθυσμού. Να σημειωθεί δε, πως σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ήταν παράνομο. Η έκδοση του σώματος επιτρεπόταν κανονικά στις πόλεις και η λειτουργία των οίκων ανοχής ήταν ολοφάνερη. Μάλιστα στον Σόλωνα, τον σημαντικότερο νομοθέτη της εποχής κι έναν από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, αποδίδεται η ίδρυση μέχρι και κρατικών πορνείων και δη με προσιτές τιμές για τους πελάτες. Πόσο όμως στοίχιζε η επίσκεψη; Ποια ήταν η τιμή που πλήρωνε κάποιος προκειμένου κάποιος να… δαμαστούν τις ορμές του;
Απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, και σε πολλά ακόμη σχετικά, δίνει ο επίκουρος καθηγητής Κλασικών Σπουδών και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας των ΗΠΑ Edward Cohen στο βιβλίο του με τίτλο «Ο αγοραίος έρωτας στην αρχαία Αθήνα – Η επιρροή της ανδρικής και γυναικείας πορνείας στην αρχαία Αθήνα» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Διόπτρα». Πηγές του για τη μελέτη της πορνείας στην αρχαία Αθήνα του 4ου π.Χ. αιώνα αποτέλεσαν μεταξύ άλλων οι σωζώμενες παραστάσεις αγγειογραφίας, οι επιγραφές που έχουν σμιλευτεί πάνω σε πέτρες, κατόψεις και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αλλά και οι κωμωδίες του Μένανδρου (είχε γράψει πάνω από 100) ο οποίος είχε αναδειχθεί οκτώ φορές νικητής στους δραματικούς (θεατρικούς) αγώνες των Ληναίων, των εορτών προς τιμήν του θεού Διόνυσου.

Δεν ήταν στάνταρ οι τιμές
Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Cohen,, οι τιμές δεν ήταν πάγιες αλλά κυμαίνονταν πραγματικά σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε ο Λύκωνας, ο περιπατητικός φιλόσοφος, απέκτησε τη φήμη ότι είχε καθορίσει με ακρίβεια το ποσό που κάθε γυναίκα πόρνη στην Αθήνα επιδίωκε να χρεώνει. Πολλές σωζόμενες πληροφορίες σίγουρα, παρουσιάζονται σε κωμικά κείμενα της εποχής (όπου η υπερβολή, ειδικά σε σεξουαλικές καταστάσεις, είναι εγγενώς ενδημική)· ορισμένα αποσπάσματα ωστόσο αφορούν μακροχρόνιες σχέσεις και, ως εκ τούτου, δεν είναι δηλωτικά σε ό,τι αφορά τις χρεώσεις για μεμονωμένες πράξεις· επιπλέον, από άλλες παραπομπές λείπει το ευρύτερο πλαίσιο. «Ωστόσο από το υπόλοιπο σχετικό υλικό φαίνεται σαφώς ότι ακόμη και οι χαμηλότερες χρεώσεις για μια μεμονωμένη σεξουαλική πράξη υπερέβαιναν κατά πολύ τα ποσά που θα μπορούσαν να κερδίζουν σε άλλες επαγγελματικές ενασχολήσεις από σχετικά καλά αμειβόμενους, αυτοαπασχολούμενους άνδρες και υπερέβαιναν κατά πολύ τους 2 οβολούς την ημέρα που απαιτούνταν για την καθημερινή διατροφή» διαβάζουμε.
2 δραχμές για μια επίσκεψη «υψηλού επιπέδου»

Σε μια πόλη όπου σημαντικοί αξιωματούχοι και ειδικευμένοι εργάτες του κατασκευαστικού κλάδου λάμβαναν συνήθως, λίγο έως πολύ, 1 δραχμή την ημέρα (ισοδύναμο με 6 οβολούς) – και οι αμοιβές άνω των 2,5 δραχμών ημερησίως ήταν ουσιαστικά κάτι άγνωστο -, η χαμηλότερη τιμή που αναφέρεται για μία μόνο πράξη από μια γυναίκα πόρνη ήταν 1 οβολός (για μια γυναίκα πιθανώς δούλη, που εργαζόταν σε οίκο ανοχής). Αντίθετα, μια «υψηλού επιπέδου και κοινωνικά αποδεκτή εταίρα» πληρωνόταν το λιγότερο 2 δραχμές για μία μόνο συνάντηση – και πιθανώς πολύ περισσότερο – «ανάλογα με την ηλικία, τη γοητεία, τη διάθεσή της τη συγκεκριμένη στιγμή, καθώς και τους πόρους και την επείγουσα ανάγκη του πελάτη».
Η πιο φημισμένη εταίρα

Υπήρχε μάλιστα μια γυναίκα, που απέκτησε το προσωνύμιο… «Δίδραχμο» επειδή λάμβανε συνεχώς αυτό το ποσό. Ο κωμικός ποιητής Θεόπομπος παρατηρεί ότι οι γυναίκες πόρνες «μεσαίας τάξης» απαιτούσαν 4 δραχμές. Η Λαΐδα η πρεσβύτερη, ίσως η πιο φημισμένη εταίρα της αρχαίας Ελλάδας, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, αναφέρεται ότι λάμβανε έως και 4 δραχμές ανά πράξη (ενίοτε και μόλις 3 οβολούς)· το άθροισμα και των δύο, είναι πολύ μικρότερο από όσα απαιτούσε στα νιάτα της. Στο έργο «Επιτρέποντες» του Μενάνδρου, όπου έχει διασωθεί ένα μεγάλο τμήμα της κωμωδίας, ο Χαρίσιος παρουσιάζεται να ξοδεύει… 12 δραχμές την ημέρα για την εταίρα Αβρότονο.
Ο τιμοκατάλογος ανά πρόσωπο

Ο σατιρικός συγγραφέας Λουκιανός (που έζησε μεταγενέστερα, την περίοδο 125 – 180 μ.Χ.), ανασυνθέτοντας την Αθήνα του τέταρτου αιώνα στους «Εταιρικούς Διαλόγους» (διαλόγους μεταξύ εταίρων), ορίζει εξαιρετικά ποικίλες αμοιβές για τις ερωτικές πράξεις που περιγράφει σε μια σειρά κωμικών σύντομων χρονογραφημάτων.
- Η Άμπελις για παράδειγμα, είναι δυσαρεστημένη με τις περίπου 5 δραχμές που της καταβάλλονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα από τον Δημόφαντο, αλλά δεν έχει αντίρρηση για τις 10 δραχμές που της έδωσε ο Καλλίδης προκειμένου να προσφέρει υπηρεσίες απροσδιόριστης διάρκειας.
- Ο Αθηναίος πολιτικός Χαρμίδης, θείος του Πλάτωνα, αδιάφορος για την Τύφαινα, της πληρώνει 5 δραχμές ως αποζημίωση (μίσθωμα) για ένα βράδυ, αλλά δεν είναι σε θέση, όπως λέει, να πληρώσει άνετα τις 1.000 δραχμές που απαιτεί η ερωμένη του Φιληματία για μια εκτεταμένη χρονικά σχέση.
- Μια άλλη εταίρα, η Κροκάλη απαιτεί ακόμη περισσότερα από τον Δεινόμαχο – 2 τάλαντα (12.000 δραχμές) – ως τίμημα για μια μακροχρόνια, αποκλειστική σχέση, διπλάσιο του ποσού που προσφέρθηκε τελικά από τον Δημόφαντο για μια αποκλειστική σχέση οκτώ μηνών με την Αμπέλιδα.
- Ο δε Φιλόστρατος, από την πλευρά του, έδωσε στην Παννυχίδα 1 τάλαντο και υποσχέθηκε άλλο ένα, και πάλι για μια σχέση διαρκείας.
- Η Μυρτάλη θεωρεί άξια περιφρόνησης την υποτιθέμενη πληρωμή του Δωρίωνα, ύψους 2 δραχμών, για δύο βραδιές (μια αμοιβή που δεν καταβλήθηκε σε μετρητά αλλά με την προσφορά ως δώρο υποδημάτων απροσδιόριστης αξίας) και δεν ενθουσιάζεται από ένα ποτ πουρί επιπλέον δώρων συνολικής αξίας γύρω στις 5 δραχμές.
- Αντίθετα, ένας επιχειρηματίας υποτίθεται ότι πλήρωσε τη Μυρτάλη 200 δραχμές σε μετρητά για μια εκτεταμένη χρονικά σχέση – και επιπλέον την κατέκλυσε με δώρα, καλύπτοντας ακόμη και την υποχρέωση του ενοικίου της.
Η «αποζημίωση» για τους άνδρες πόρνους
Σύμφωνα με τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας κ. Cohen, η «αποζημίωση» για τους άνδρες πόρνους προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους, φαίνεται ότι ήταν επίσης ευέλικτη. Ο λογογράφος Ανδοκίδης, για παράδειγμα, αγορεύει στις αρχές του τέταρτου αιώνα π.Χ. και επιτίθεται στον Επίχαρη επειδή χρέωσε «όχι πολλά χρήματα» για την παροχή ανδρικού σεξ σε οποιονδήποτε επιθυμεί να πληρώσει.
Ένας Αθηναίος (που διέμενε στην Κύζικο, μια μικρασιατική πόλη κοντά στην Προποντίδα) καυχιέται ότι αγόρασε σεξ τόσο από έναν νεαρό άνδρα όσο και από έναν μεγαλύτερο και μια γυναίκα, για «λίγα ψιλά». Πόσο χαμηλές μπορούσαν να είναι αυτές οι αμοιβές;
Ταξίδια στο εξωτερικό

Ο ποιητής Μάχωνας κάνει λόγο για το αίτημα ενός άνδρα για 3 οβολούς, ώστε να εξυπηρετήσει τη Γνάθαινα. Αντίθετα, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., ο Θεόδοτος έλαβε από τον Σίμωνα 300 δραχμές (πληρωτέες προκαταβολικά) για μία μεγάλης διάρκειας σεξουαλική σχέση μεταξύ ανδρών – ένα τεράστιο ποσό που και πάλι ήταν ανεπαρκές για να ανταγωνιστεί τα ταξίδια στο εξωτερικό και άλλες προσκλήσεις που πρόσφερε ο πλούσιος αντίπαλος του Σίμωνα, ο οποίος τον ώθησε να εγκαταλείψει τη σχέση του με τον Θεόδοτο.
Μια πολύ υψηλότερη αμοιβή πληρώθηκε θεωρητικά σε κάποιον Μελάνωπο το 320 π.Χ. – 3.000 δραχμές για «το άνθος της νιότης του». Πιο τυπικά, ίσως, ο Λουκιανός γράφει για την προσφορά του Κλεόδημου ύψους 2 δραχμών για σεξ με έναν άνδρα σερβιτόρο, ενώ ο παρενδυτικός άνδρας στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη δέχεται πληρωμή 1 δραχμή για μια σεξουαλική επαφή.
Ο νόμος αγοράς και ζήτησης και ο πορνοβοσκός
Στην πράξη, οι τιμές για τις σεξουαλικές υπηρεσίες αντικατόπτριζαν σε μεγάλο βαθμό τις παραμέτρους της αγοράς – ειδικά τις προτιμήσεις των πελατών – που μερικές φορές τροποποιούνταν από τα προσωπικά συναισθήματα μεμονωμένων πορνών ή των συνεργατών τους. Οι λειτουργίες της προσφοράς και της ζήτησης απεικονίζονται από ανέκδοτα και θεατρικές σκηνές οι οποίες περιγράφουν τα τεράστια ποσά που ζητούσαν, και συχνά λάμβαναν, οι πλούσιες εταίρες από πλούσιους άνδρες.
«Η πόρνη που πρωταγωνιστεί στον Κόλακα του Μενάνδρου υποτίθεται ότι λάμβανε 300 δραχμές τη βραδιά από έναν «ξένο» πελάτη – ποσό που περιγράφει ένας διαχειριστής πορνείου (πορνοβοσκός) ως το δεκαπλάσιο του συνήθους τέλους άλλων ακριβών γυναικών, μια πληρωμή τόσο τρομακτική, ώστε ο πορνοβοσκός φοβάται ακόμη και να την προτείνει σε πελάτες που επιθυμούν τις υπηρεσίες της. Αντίθετα, η φημισμένη Γναθαινίον, στο απόγειο της γοητείας της στις αρχές του τρίτου αιώνα, λέγεται γενικά ότι απαιτούσε μόλις 100 δραχμές τη βραδιά από τους μνηστήρες της, αλλά η μητέρα της (η γιαγιά;) Γνάθαινα λέγεται ότι ζήτησε το δεκαπλάσιο αυτού του ποσού από έναν Πέρση σατράπη» Ομοίως, η ασύγκριτη Φρύνη, όταν ήταν σε ζήλο, υποτίθεται ότι ήταν πρόθυμη να μειώσει την αμοιβή της από 100 δραχμές σε 40» διαβάζουμε.
Την ίδια ώρα τέλος, μια σειρά από ψυχολογικούς παράγοντες ή συναισθηματικά φετίχ, επηρέαζαν μερικές φορές τις τιμές. Η μαστροπός Νικαρέτη για παράδειγμα, η οποία ήταν ελεύθερη, υποτίθεται ότι παρουσίασε ως δικούς της απογόνους τα νεαρά κορίτσια – πόρνες που είχε, συμπεριλαμβανομένης της Νέαιρας, η οποία φέρεται να μετέβη στην Αττική πριν από την εφηβεία της. Το κίνητρο της Νικαρέτης ήταν οι «ύψιστες τιμές» που θα μπορούσαν να ληφθούν από πελάτες που επιθυμούσαν να κάνουν σεξ με νεαρά κορίτσια, τα οποία πίστευαν ότι ήταν ο ελεύθερος απόγονος της γυναίκας που παρείχε τις «παιδικές υπηρεσίες».