H δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, διπλωμάτη, αντιβενιζελικού πολιτικού και βασικού οργανωτή των ελληνικών κοινοτήτων την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), έγινε μέρα μεσημέρι με τέτοια ψυχραιμία, ώστε οι λίγοι αυτόπτες μάρτυρες θα είχαν ίσως την εντύπωση ότι παρακολουθούν γύρισμα κινηματογραφικής ταινίας. Αφορμή για τη σύλληψη και την εκτέλεσή του αποτέλεσε το γεγονός ότι αντιτασσόταν έντονα στην πολιτική του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος λίγες ώρες νωρίτερα παραλίγο να χάσει τη ζωή του σε σιδηροδρομικό σταθμό της Γαλλίας όταν δέχτηκε δέκα πυροβολισμούς. Και μπορεί να γλίτωσε από θαύμα, ωστόσο οι βενιζελικοί οπαδοί του στην ελληνική πρωτεύουσα άρχισαν αμέσως τις εκδικητικές διώξεις και τις βιαιοπραγίες εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων. Σε μια από τις ενέδρες, άνδρες ασφαλείας του τότε αρχηγού της Χωροφυλακής, Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, πιάνουν τον Δραγούμη και μέσα στα επόμενα λεπτά το εκτελεστικό απόσπασμα τον στήνει στον τοίχο. Χωρίς κανέναν δισταγμό τον εκτελεί διά τυφεκισμού.
Ποιος έδωσε όμως την εντολή για την εκτέλεσή του και τι δείχνουν τα τελευταία στοιχεία που έχουμε; Οδηγός μας για τις απαντήσεις θα αποτελέσει το βιβλίο του καθηγητή Μεσανατολικών Σπουδών και Ιστορίας στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Hamline, Γιάννη Α. Μάζη, υπό τον τίτλο «Ίων Δραγούμης – Ο ασυμβίβαστος» (εκδόσεις «Μεταίχμιο»). Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά.
Η 31η Ιουλίου του 1920 ήταν μια πολύ ζεστή καλοκαιρινή μέρα στην Αθήνα, με το θερμόμετρο να δείχνει 40 βαθμούς. Η δολοφονία έγινε μεταξύ 3 με 4, την ώρα που οι περισσότεροι κάτοικοι της πρωτεύουσας ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους, για να αποφύγουν τον καυτό ήλιο και να απολαύσουν τον μεσημεριανό τους υπνάκο. Οι δρόμοι, με εξαίρεση ίσως το κέντρο της πόλης, ήταν έρημοι. Το 1920 η Αθήνα είχε πληθυσμό περίπου 425.000 κατοίκους, λίγο περισσότερο δηλαδή από το 1/10 του σημερινού. Το σημείο όπου έγινε η δολοφονία ήταν ανάμεσα στο κέντρο της πόλης και το τότε προάστιο των Αμπελοκήπων, στο ύψος της σημερινής στάσης «Ιλίσια». Και μόνο το όνομα Αμπελόκηποι δείχνει ότι το 1920 η περιοχή ήταν ακόμη σχεδόν αγροτική. Σήμερα, εκεί που έγινε η δολοφονία, επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, λίγο πιο πάνω και απέναντι από το ξενοδοχείο Hilton, περίπου 500 μέτρα από την Αμερικανική Πρεσβεία και το Μέγαρο Μουσικής, υπάρχει μια λευκή στήλη σε ανάμνηση του γεγονότος. Πριν από 106 χρόνια στο σημείο αυτό υπήρχαν μόνο μάντρες που πουλούσαν υλικά οικοδομών, ένα δυο υπαίθρια καφέ/μπιραρίες, καθώς και τα λεγόμενα «παραπήγματα», οι στρατώνες δηλαδή του πυροβολικού. Σε αυτό το ημιαγροτικό περιβάλλον ήταν επόμενο να υπάρχουν ελάχιστοι αυτόπτες μάρτυρες (ένας εργάτης, μια γυναίκα που πουλούσε γκαζόζες, καθώς και μερικοί ακόμα), οι οποίοι μάλιστα κάθε άλλο παρά πρόθυμοι ήταν να καταθέσουν όσα είδαν.

Η μαρτυρία του Ρώσου συνταγματάρχη
Το τι ακριβώς έγινε θα παρέμενε ενδεχομένως έτσι στο σκοτάδι, αν κατά τύχη τα όσα διαδραματίστηκαν δεν έπεφταν στην αντίληψη ενός… αλλοδαπού. Ο Ίγκορ Λεμπέντιεφ, συνταγματάρχης του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στρατού, υπηρετούσε στη ρωσική διπλωματική αποστολή στην Αθήνα, σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση των Αθηνών δεν είχε ακόμη αναγνωρίσει το σοβιετικό καθεστώς. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του που αποτυπώθηκε στην εφημερίδα «Σκριπ»:
«Την 31ην Ιουλίου, ημέραν καθ’ ην εγνώσθη η κατά του Βενιζέλου απόπειρα, υπήρξα, τυχαίως, μάρτυς των ακολούθων: Περί την 4ην απογευματινήν ανέμενον μεθ’ ομάδος εκ τριών ή τεσσάρων προσώπων την άφιξιν του τραμ παρά την γωνίαν της Λεωφόρου Κηφισίας και της οδού Ι. Παπαδιαμαντοπούλου πλησίον του υπ. αριθμ. 907 στύλου των ηλεκτρικών συρμάτων. Την προσοχή μου επέσυρεν ομάς στρατιωτών αγόντων εν συνοδεία ένα πολίτην καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντος μετά πολλής αξιοπρεπείας.
Δεξιόθεν και αριστερόθεν εβάδιζον δύο στρατιώται, δεκάς δ’ ετέρων στρατιωτών είπετο εκ του σύνεγγυς. Πάντες έφερον τυφέκια. Μόλις το απόσπασμα επλησίασεν εις τον υπ. αριθμ. 905 στύλον, μετέβαλε κατεύθυνσιν προς τα αριστερά και εσταμάτησε παρά το πεζοδρόμιον, αφήσαν τον αιχμάλωτον πολίτην επί του πεζοδρομίου, εις απόστασιν τεσσάρων περίπου βημάτων. Οι στρατιώται αφού εσταμάτησαν, επυροβόλησαν. Ερρίφθησαν υπ’ αυτών περί τους δέκα πυροβολισμούς. Ουδέν πρόσταγμα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης έπεσε άπνους, χωρίς να βγάλη κραυγήν, χωρίς να είπη τι. Εν αυτοκίνητον επλησίασεν. Οι στρατιώται επέβησαν αυτού και ανεχώρησαν. Αργότερον διέβην και πάλιν εκ του αυτού σημείου. Δεν υπήρχεν όμως πλέον ίχνος του δράματος, το οποίον είχε προ ολίγου διαδραματισθή εκεί». Αυτό ήταν, λοιπόν, το τέλος του Ίωνα Δραγούμη.

Το ερώτημα όμως παραμένει. Ποιος έδωσε την εντολή για τη δολοφονία του; Όπως σημειώνει ο κ. Μάζης, «ποτέ δεν δόθηκε απάντηση σε αυτό το ερώτημα από το ελληνικό κράτος. Αμέσως μετά τη δολοφονία έγινε ανάκριση· όμως, καθώς το Κόμμα των Φιλελευθέρων (σ.σ. του Ελευθέριου Βενιζέλου) ήταν ακόμη στην εξουσία και οι υποψίες έπεφταν σε στελέχη του, όλοι ήταν σχεδόν βέβαιοι ότι δεν επρόκειτο η σχετική έρευνα να έχει αποτέλεσμα. Έτσι και έγινε. Κανένας ένοχος δεν εντοπίστηκε. Δύο απόπειρες που έγιναν να ανοίξει πάλι ο φάκελος, μία το 1921, μετά την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, και μία το 1935, μετά το βενιζελικό κίνημα, επίσης δεν θεωρήθηκαν αξιόπιστες, αφού όλοι αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο απλώς για ξεκαθάρισμα παλιών πολιτικών λογαριασμών. Και στις δυο περιπτώσεις κανένας δεν καταδικάστηκε. Ακόμα και τα εκτελεστικά όργανα, εκείνοι που διέπραξαν τη δολοφονία, αν και καταδικάστηκαν από δικαστήριο, τελικά αμνηστεύτηκαν, το 1924».
Οι ύποπτοι
Ο καθηγητής στο βιβλίο του μελετά ένα προς ένα τα πρόσωπα που θεωρούνταν ύποπτα για τη δολοφονία, από τον διοικητή του εκτελεστικού αποσπάσματος, Παύλο Γύπαρη, και τον Εμμανουήλ Ρέπουλη που εκείνο τον καιρό εκτελούσε καθήκοντα πρωθυπουργού, όσο ο Βενιζέλος ανάρρωνε από την απόπειρα εναντίον του, έως τους ένστολους που μπορεί να πήραν μόνοι τους πρωτοβουλία ή κάποιο τρίτο πρόσωπο.
Εντρυφώντας σε έγγραφα, δημοσιεύματα, μαρτυρικές καταθέσεις και συνεντεύξεις, καταλήγει στο συμπέρασμα πως, αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως, ο μεγαλοεπιχειρηματίας και πρώην δήμαρχος Αθηναίων, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε «και τη δύναμη να βλάψει τον Δραγούμη και λόγους για να θέλει να τον εκδικηθεί». Επρόκειτο για προσωπικό φίλο του Ελευθέριου Βενιζέλου που είχε νιώσει ντροπιασμένος και ταπεινωμένος όταν μαθεύτηκε η ερωτική σχέση της κόρης του, Πηνελόπης Δέλτα, με τον Ίωνα, όταν υπηρετούσε ως Α’ Γραμματέας στο Γενικό Προξενείο της Αλεξάνδρειας.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης «σε πόσο δυσάρεστη θέση είχε βρεθεί ο Μπενάκης το 1916, όταν το έξαλλο αντιβενιζελικό πλήθος τον είχε προπηλακίσει. Αρκούσαν αυτά για να δώσει εντολή να δολοφονήσουν κάποιον; Το βέβαιο είναι ότι ο Μπενάκης, άνθρωπος σκληρός και ισχυρογνώμων, ούτε ξεχνούσε ούτε συγχωρούσε. Δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για το τι ακριβώς προηγήθηκε της δολοφονίας του Δραγούμη. Ας μείνουμε, έτσι, στο ότι ο Μπενάκης ήταν αυτός που είχε και το κίνητρο και τη δύναμη και τη δυνατότητα να δώσει μια τέτοια εντολή», διαβάζουμε.
Ποιος είχε τη δύναμη και την εξουσία να δώσει την εντολή
Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι το 1921, όταν απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του μεγαλοεπιχειρηματία και εθνικού ευεργέτη για ηθική αυτουργία στη δολοφονία που είχε προηγηθεί έναν χρόνο νωρίτερα, δύο από τις αδελφές του Ίωνα Δραγούμη κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης! Ο καθηγητής κ. Μάζης υπογραμμίζει ότι «με δεδομένη την έλλειψη οποιωνδήποτε αποδεικτικών στοιχείων, νομίζω ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι κάποιες υποθέσεις και κάποιους λογικούς συλλογισμούς». Ίσως το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι «Ποιος είχε το κύρος και την εξουσία να δώσει μια τέτοια διαταγή (σ.σ. εκτέλεσης του Δραμούμη) στον επικεφαλής του αποσπάσματος Γύπαρη;», ο οποίος λίγα λεπτά πριν στηθεί στον τοίχο ο αντιβενιζελικός διπλωμάτης είχε δεχθεί ένα σημαντικό τηλεφώνημα στο γραφείο του.
«Ο Γύπαρης ήταν πολύ στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και πολύ ισχυρή προσωπικότητα· δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να δέχεται εντολές από κάποιο μεσαίο -ή, εν πάση περιπτώσει, μη κορυφαίο- στέλεχος της κυβέρνησης. Αυτό και μόνο κάνει αυτομάτως τον κύκλο των πιθανών “ενόχων” στενότερο. Μόνο ένα δυο πολύ υψηλά ιστάμενα στελέχη της βενιζελικής παράταξης θα μπορούσε ίσως να έχουν δώσει μια τέτοια εντολή στον Γύπαρη. Έχει ειπωθεί ότι, καθώς ο Δραγούμης μεταφερόταν στο Φρουραρχείο, ακούστηκε κάποιος πολίτης –άλλοι λένε ότι ήταν ένας προξενικός υπάλληλος που είχε επαγγελματικά «προηγούμενα» με τον Δραγούμη, άλλοι πάλι κάποιος που τη γυναίκα του ή τη φιλενάδα του την είχε ξελογιάσει ο Δραγούμης– να λέει στους άνδρες που τον συνόδευαν: “Κι αυτός από εκείνους (σ.σ. τους επίδοξους δολοφόνους του Βενιζέλου) είναι. Σκοτώστε τον”. Αυτή η εκδοχή δεν φαίνεται να ευσταθεί· οι άνδρες του αποσπάσματος είναι μάλλον απίθανο να παράκουαν τις εντολές του Γύπαρη και να συμμορφώνονταν με την υπόδειξη ενός πολίτη».
Μήπως η εντολή ήρθε τελικά από τον ίδιο τον Γύπαρη; Θεωρητικά αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί, αλλά δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιος λόγος για μια τέτοια αλλαγή στάσης, καθώς δεν ήθελε να τον σκοτώσει. Άλλωστε, η όλη στάση του Γύπαρη, από την αρχή, φαίνεται να ήταν απολύτως λογική. Φρόντισε να συλληφθεί ο Δραγούμης, ηγετική φυσιογνωμία της αντιβενιζελικής παράταξης και επομένως δυνητικά χρήσιμος μάρτυρας για την απόπειρα κατά του Βενιζέλου, και εν συνεχεία να σταλεί στο Φρουραρχείο, όπου και να κρατηθεί. Επιπλέον, η προσωπική σχέση του Γύπαρη με τον Δραγούμη ήταν καλή (τον γνώριζε ήδη από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα), και επομένως είναι μάλλον απίθανο να ήθελε τον θάνατό του. «Εν κατακλείδι, νομίζω ότι η εκδοχή πως ο Γύπαρης έδωσε εντολή για τη δολοφονία θα πρέπει να απορριφθεί», διαβάζουμε.

Δύσκολα αγνοούνταν οι επιθυμίες του
Με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής ο καθηγητής καταλήγει στον Εμμανουήλ Μπενάκη ως τον άνθρωπο που είναι πιθανό να έδωσε την εντολή για τη δολοφονία του Δραγούμη – ή έστω να πίεσε προς αυτή την κατεύθυνση τον Γύπαρη. Την εποχή εκείνη ο Μπενάκης δεν κατείχε κάποιο κυβερνητικό ή άλλο αξίωμα. Τυπικά, επομένως, δεν είχε καμιά εξουσία ή/και δικαιοδοσία να δίνει εντολές στον Γύπαρη, πολλώ μάλλον την εντολή να δολοφονηθεί ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο όπως ο Δραγούμης – ακόμα όμως και αν έδινε μια τέτοια εντολή στον Γύπαρη, εκείνος θα μπορούσε κάλλιστα να αρνηθεί να την εκτελέσει. «Από την άλλη, λόγω της οικονομικής του επιφάνειας και της περίοπτης κοινωνικής του θέσης, ήταν κάποιος του οποίου τις επιθυμίες ή τις παραινέσεις δύσκολα μπορούσε κανείς να αγνοήσει. Εκτός του ότι είχε ήδη διατελέσει υπουργός και δήμαρχος της Αθήνας, ο Μπενάκης ήταν επίσης στενός φίλος και χρηματοδότης, όποτε χρειαζόταν, του Βενιζέλου. Με άλλα λόγια, αν ο Μπενάκης έδινε εντολή να δολοφονηθεί ο Δραγούμης, ο Γύπαρης δεν θα μπορούσε να αδιαφορήσει ή να τον αγνοήσει».
Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες μαρτυρίες, λίγο πριν το απόσπασμα πάει για εκτέλεση τον Δραγούμη, ο Μπενάκης είχε μια συζήτηση, σε ζωηρό τόνο, με τον Γύπαρη. Κατά την Πηνελόπη Δέλτα, ο πατέρας της είχε απλώς επιστήσει την προσοχή του Γύπαρη σε ενδεχόμενο κίνδυνο που θα μπορούσε να διατρέχει η ζωή του Δραγούμη. Ωστόσο, όταν το 1935 ο Γύπαρης οδηγήθηκε ενώπιον του στρατοδικείου, μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα, υποστήριξε ότι τη μοιραία εντολή τού την είχε δώσει ο Μπενάκης. Βέβαια, ο Μπενάκης είχε ήδη πεθάνει, το 1929, και προφανώς δεν μπορούσε να τον αντικρούσει· ίσως μάλιστα ο θάνατός του να διευκόλυνε τον Γύπαρη στην προσπάθειά του να αποσείσει τις ευθύνες, ρίχνοντάς τες σε κάποιον άλλον.