Το Υπουργείο Οικονομικών και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην Ελλάδα εισάγουν αυστηρότερους κανονισμούς για την αγορά των κρυπτονομισμάτων, υποχρεώνοντας τις εταιρείες και τα ανταλλακτήρια να ακολουθούν διαδικασίες αδειοδότησης σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο MiCA. Οι νέοι κανόνες περιλαμβάνουν αυστηρούς ελέγχους για το ξέπλυμα χρήματος και τη φοροδιαφυγή, με την Αρχή Καταπολέμησης του Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος και την ΑΑΔΕ να παρακολουθούν τις ροές κεφαλαίων.
Αναμένεται να εφαρμοστεί φορολόγηση 15% στην υπεραξία από τις συναλλαγές κρυπτονομισμάτων, ενώ εξετάζεται η επιβολή ΦΠΑ 24% σε ορισμένες υπηρεσίες. Η νομοθετική ρύθμιση θα απαιτεί και την υποχρεωτική δήλωση των κρυπτονομισμάτων στο φορολογικό έντυπο Ε1.
Διαβάστε αναλυτικά
Αυστηρούς κανόνες επιχειρούν να βάλουν το υπουργείο Οικονομικών και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην αγορά των κρυπτονομισμάτων στη χώρα μας και στο «κύκλωμα» από εταιρείες και ανταλλακτήρια μέχρι εφαρμογές ψηφιακών πορτοφολιών. Η σχετική απόφαση δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Το νέο πλαίσιο ορίζει ότι οι εταιρείες που εμπλέκονται στην παροχή υπηρεσιών crypto θα ακολουθούν συγκεκριμένες διαδικασίες αδειοδότησης. Θα περνούν από Επιτροπή, με προκαταρκτική συνάντηση, και στη συνέχεια θα καλούνται να παρουσιάζουν πλήρη φάκελο αδειοδότησης, που περιλαμβάνει επιχειρηματικό πλάνο, στοιχεία μετόχων και διοίκησης, αλλά και μηχανισμούς για την προστασία των πελατών. Εάν λείπει κάποιο έγγραφο, η αίτηση επιστρέφεται για συμπλήρωση και η τελική έγκριση ή απόρριψη έρχεται μέσα σε 40 εργάσιμες ημέρες.
Η απόφαση στο ΦΕΚ μεταφέρει ουσιαστικά για πρώτη φορά στην Ελλάδα το πλήρες πλαίσιο του ευρωπαϊκού Κανονισμού MiCA. Οι υπηρεσίες που θα παραμείνουν στην αγορά θα έχουν «ευρωπαϊκή σφραγίδα αξιοπιστίας» και οι επενδυτές θα έχουν τη δυνατότητα να τις «σκανάρουν» προτού αποφασίσουν να αγοράσουν υπηρεσίες τους, σύμφωνα με την ΕΡΤ.
Όποια πλατφόρμα δεν πάρει άδεια από την Επιτροπή, δεν θα μπορεί να απευθύνεται σε Έλληνες πελάτες. Συνεπώς, μεγάλοι διεθνείς παίκτες (όπως ανταλλακτήρια τύπου Binance, που εξυπηρετούν εκατομμύρια εγγεγραμμένους χρήστες σε περισσότερες από 180 χώρες) θα χρειαστεί να ακολουθήσουν τους ελληνικούς κανόνες αν θέλουν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται εδώ.
Έλεγχοι
Η νέα διαδικασία θα συνδεθεί με ένα πιο αυστηρό πλέγμα ελέγχων για το ξέπλυμα χρήματος και τη φοροδιαφυγή. Η Αρχή Καταπολέμησης του Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος και η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) θα μπορούν να παρακολουθούν τις ροές κεφαλαίων, ενώ σε περίπτωση ύποπτων συναλλαγών θα ενεργοποιούνται έλεγχοι «πόθεν έσχες» και ακόμα και δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.
Όσον αφορά στη φορολόγηση των crypto, οι αποφάσεις του οικονομικού επιτελείου αναμένονται το φθινόπωρο, μετά την υποβολή των προτάσεων της ομάδας εργασίας που έχει αναλάβει τον καθορισμό του πλαισίου φορολόγησης και ελέγχου των κρυπτονομισμάτων και των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, αναφέρει η ΕΡΤ.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, η υπεραξία που προκύπτει μεταξύ της τιμής αγοράς τους και της πώλησής τους θα φορολογηθεί με συντελεστή 15%, ενώ ταυτόχρονα θα αναγνωρίζονται τα ποσά, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των τεκμηρίων. Δεν αποκλείεται για τις εταιρείες να επιβληθεί υψηλότερος συντελεστής.
Στο τραπέζι βρίσκεται και η επιβολή ΦΠΑ 24% σε ορισμένες υπηρεσίες γύρω από τα crypto, χωρίς όμως να αλλάζει το καθεστώς των ίδιων των συναλλαγών.
Παράλληλα, η νομοθετική ρύθμιση που θα ετοιμάσει η κυβέρνηση θα προβλέπει και την υποχρεωτική δήλωσή τους στο φορολογικό έντυπο Ε1.
Συνοπτικά
- Το Υπουργείο Οικονομικών και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εισάγουν αυστηρότερους κανονισμούς για τα κρυπτονομίσματα, απαιτώντας διαδικασίες αδειοδότησης σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο MiCA.
- Η νέα νομοθεσία περιλαμβάνει αυστηρούς ελέγχους για το ξέπλυμα χρημάτων και τη φοροδιαφυγή, με τη συμμετοχή της ΑΑΔΕ και της Αρχής Καταπολέμησης του Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος.
- Αναμένεται φορολόγηση 15% στην υπεραξία από τις συναλλαγές κρυπτονομισμάτων και πιθανή επιβολή ΦΠΑ 24% σε συγκεκριμένες υπηρεσίες.
- Οι εταιρείες που δεν αποκτούν άδεια από την Επιτροπή δεν θα μπορούν να απευθύνονται σε Έλληνες πελάτες, επηρεάζοντας διεθνείς παίκτες στην αγορά.