ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Κατώτατος μισθός: Με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις αυξήσεις τιμών, η κυβέρνηση καλείται να αποφασίσει τελικά

Η κυβέρνηση εξετάζει την αύξηση του κατώτατου μισθού εν μέσω διεθνών κρίσεων και πληθωριστικών πιέσεων, με στόχο την εφαρμογή από την 1η Απριλίου 2026.

Μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης διεθνούς αβεβαιότητας και αυξανόμενων οικονομικών πιέσεων, η κυβέρνηση προετοιμάζεται να καθορίσει το ύψος της νέας αύξησης στον κατώτατο μισθό, η οποία θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2026. Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν εντός των επομένων ημερών από το οικονομικό επιτελείο σε μια συγκυρία που μόνο θετική δεν είναι για τέτοιες αποφάσεις καθώς κανείς δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς τις εξελίξεις στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής και ακόμη περισσότερο τις επιπτώσεις που θα έχει στις διεθνείς αγορές προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας και τις τιμές γενικότερα.

Ούτως ή άλλως η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται σε καύσιμα, μεταφορές και βασικά προϊόντα κατανάλωσης, γεγονός που αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία, παρά τα μέτρα που ανακοινώθηκαν για την επιβολή πλαφόν στις αντλίες και σε δεκάδες βασικά προϊόντα που βρίσκουν οι καταναλωτές στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Παράλληλα, όμως οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν και τις προβλέψεις για τον ρυθμό ανάπτυξης, διαμορφώνοντας ένα αρκετά δύσκολο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα καθοριστεί η νέα αναπροσαρμογή των κατώτατων αποδοχών.

Με βάση τις έως τώρα εκτιμήσεις, η φετινή αύξηση εκτιμάται τελικά ότι θα κινηθεί περίπου στα 50 ευρώ μεικτά τον μήνα. Αν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, ο κατώτατος μισθός θα διαμορφωθεί συνολικά στα 930 ευρώ από τα 880 ευρώ που ισχύουν σήμερα. Η προσαρμογή αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της κυβέρνησης για σταδιακή ενίσχυση των χαμηλότερων μισθών κατά τη διάρκεια της τρέχουσας τετραετίας.

Σχεδόν 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν επίσης αυξήσεις στις αποδοχές τους

Η μεταβολή του κατώτατου μισθού θα επηρεάσει άμεσα περίπου 575.684 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι αντιστοιχούν σχεδόν στο 23% των μισθωτών της χώρας. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της απόφασης είναι ευρύτερες, καθώς ο κατώτατος μισθός έχει πλέον καθιερωθεί ως σημείο αναφοράς και για το Δημόσιο.

Ως αποτέλεσμα, σχεδόν 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν επίσης αυξήσεις στις αποδοχές τους, δεδομένου ότι οι βασικοί μισθοί συνδέονται με τη μεταβολή του κατώτατου.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού επηρεάζει παράλληλα και μια σειρά κοινωνικών παροχών και επιδομάτων

Η αναπροσαρμογή αυτή δεν αφορά μόνο τις άμεσες αποδοχές των εργαζομένων. Η αύξηση του κατώτατου μισθού επηρεάζει παράλληλα και μια σειρά κοινωνικών παροχών και επιδομάτων που υπολογίζονται με βάση αυτόν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το επίδομα ανεργίας, ενισχύσεις που σχετίζονται με την άδεια μητρότητας ή τη γονική άδεια, εποχικά βοηθήματα για ορισμένες επαγγελματικές ομάδες, καθώς και άλλες παροχές κοινωνικής στήριξης.

Η κυβερνητική δέσμευση προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τουλάχιστον τα 950 ευρώ μέχρι το τέλος της τετραετίας. Ωστόσο, οι τρέχουσες προβλέψεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ο στόχος αυτός να ξεπεραστεί πριν από το 2027, παρά τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Εφόσον συνεχιστεί η ανοδική πορεία των αποδοχών, η επόμενη αύξηση που εξετάζεται για το 2027 εκτιμάται ότι θα κινηθεί περίπου στο 4%, κάτι που θα μπορούσε να ανεβάσει τον κατώτατο μισθό στα 960 ευρώ.

Στον δημόσιο τομέα, η μεταβολή αυτή θα ενσωματωθεί στους βασικούς μισθούς όλων των μισθολογικών κατηγοριών προσωπικού, από την υποχρεωτική εκπαίδευση έως και την πανεπιστημιακή. Με βάση τους σημερινούς υπολογισμούς, οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν αύξηση περίπου 40 ευρώ τον μήνα στις αποδοχές τους εξαιτίας της ανόδου του κατώτατου μισθού.

Οι οριστικές αποφάσεις θα ληφθούν στο επόμενο Υπουργικό Συμβούλιο. Οι προτάσεις πάντως που έχουν κατατεθεί μέχρι στιγμής από τη διαδικασία της διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους και τους θεσμικούς φορείς παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το εύρος της αύξησης.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εισηγείται αναπροσαρμογή έως 4%, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την εξέλιξη του πληθωρισμού όσο και την αύξηση της παραγωγικότητας. Σύμφωνα με την εκτίμηση της κεντρικής τράπεζας, ένα τέτοιο ποσοστό θα μπορούσε να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών προτείνει μικρότερο εύρος αύξησης, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 2,5% και 3,5%. Από την πλευρά του, το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών εκτιμά ότι η προσαρμογή θα μπορούσε να φτάσει έως και το 5%, ενώ το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων τοποθετεί την κατάλληλη αύξηση περίπου στο 4%.

Οι εργοδοτικοί φορείς από την άλλη εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι. Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών θεωρεί ότι η αύξηση θα πρέπει να κυμανθεί μεταξύ 3% και 3,5%, προτείνοντας παράλληλα μέτρα όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και η στήριξη των επιχειρήσεων μέσω ενεργειακών επιδοτήσεων. Η δε Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων προτείνει αναπροσαρμογή από 3,5% έως 4%, ενώ η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας εισηγείται αύξηση περίπου 3,6%. Στον αντίποδα, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας ζητά σημαντικά μεγαλύτερη ενίσχυση των κατώτατων αποδοχών, προτείνοντας ο μισθός εκκίνησης να φτάσει τα 1.052 ευρώ.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ