Οι δασμοί που υποτίθεται ότι θα φρέναραν τις εισαγωγές από την Κίνα προς τις ΗΠΑ έχουν γεννήσει μια παράλληλη, αόρατη αγορά φοροδιαφυγής ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία αλλοιώνει πλήρως την πραγματική εικόνα του διμερούς εμπορίου. Την ώρα που Ουάσιγκτον και Πεκίνο μιλούν για «αποσύνδεση», τα στοιχεία δείχνουν πως ένα τεράστιο κομμάτι του εμπορίου συνεχίζει να ρέει… απλώς δεν καταγράφεται.
Πέρυσι καταγράφηκε ρεκόρ «τρύπας» 112 δισ. δολαρίων ανάμεσα σε όσα δήλωσε η Κίνα ότι εξήγαγε προς τις ΗΠΑ και σε όσα αναγνώρισαν ως αφίξεις οι αμερικανικές τελωνειακές αρχές. Αν αυτό το κενό οφείλεται σε συστηματική φοροδιαφυγή μέσω τελωνειακής απάτης, τότε έως και το ένα τέταρτο των κινεζικών εξαγωγών προς την αμερικανική αγορά μπορεί να έχει περάσει κάτω από το «ραντάρ» των δασμών.
ΗΠΑ – Κίνα: Πώς στήνεται η βιομηχανία φοροδιαφυγής
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η κατάχρηση των εμπορικών όρων Delivered Duty Paid (DDP), όπου ο ξένος προμηθευτής αναλαμβάνει να παραδώσει το προϊόν στην πόρτα του Αμερικανού πελάτη, έχοντας υποτίθεται πληρώσει όλους τους δασμούς και τα μεταφορικά. Στην πράξη, ένα πλέγμα κινεζικών προμηθευτών, μεταφορικών εταιρειών και εταιρειών-«βιτρίνα» προσφέρει «όλα μέσα» πακέτα με εξωπραγματικές εκπτώσεις, αναλαμβάνοντας να υποτιμολογήσει τα φορτία στα τελωνεία των ΗΠΑ και να εξαφανιστεί μόλις υπάρξει υποψία ελέγχου.
Το σχήμα λειτουργεί με απλές αλλά επικίνδυνες κινήσεις: ο Αμερικανός εισαγωγέας κλείνει μια συμφωνία με τιμή «κλειδί στο χέρι», μια ξένη ή εικονική εταιρεία εμφανίζεται ως εισαγωγέας, καταθέτει ψευδείς δηλώσεις με πολύ χαμηλότερη αξία φορτίου και πληρώνει δασμούς πάνω σε αυτό το φουσκωμένο προς τα κάτω νούμερο. Αν οι τελωνειακές αρχές υποψιαστούν απάτη και ζητήσουν επιπλέον στοιχεία, η συγκεκριμένη εταιρεία απλώς εγκαταλείπεται και τη θέση της παίρνει μια νέα «φανταστική» οντότητα, μέχρι να ξαναστηθεί από την αρχή ο ίδιος κύκλος εισαγωγών.
ΗΠΑ – Κίνα και το «ψεύτικο» αφήγημα αποσύνδεσης
Για τους αναλυτές του διεθνούς εμπορίου, η έκρηξη των πρακτικών αυτών δεν είναι απλώς μια ιστορία φοροδιαφυγής, αλλά και ένα θεμελιακό πρόβλημα αξιοπιστίας των στατιστικών στοιχείων. Ο οικονομολόγος Μπραντ Σέτσερ από το Council on Foreign Relations επισημαίνει ότι ο συνδυασμός δασμολογικής απάτης και των ευνοϊκών καθεστώτων μικροδεμάτων (de minimis) οδήγησε σε συστηματική υποκαταγραφή των εισαγωγών από την Κίνα, άρα και σε παραπλανητικά συμπεράσματα περί «αποσύνδεσης» ΗΠΑ–Κίνας.
Την ίδια εικόνα ενισχύει και ο Μάικλ Πέτις του Carnegie Endowment, ο οποίος υποστηρίζει ότι η σημερινή «σαλάτα» από κλαδικούς και διμερείς δασμούς κυρίως μετακινεί το εμπόριο αντί να το περιορίζει και αφήνει ανοιχτά παράθυρα σε όσους ψάχνουν τρόπους να παρακάμψουν το σύστημα. Ο ίδιος θεωρεί πιο αποτελεσματικό ένα ενιαίο, οριζόντιο δασμολογικό πλαίσιο που θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να χειραγωγηθεί και θα λειτουργούσε περισσότερο σαν ελεγχόμενη «υποτίμηση» νομίσματος παρά σαν μωσαϊκό εξαιρέσεων.
ΗΠΑ – Κίνα, δασμοί και πολιτική πίεση
Η διόγκωση του «μαύρου κουτιού» των 112 δισ. δολαρίων έρχεται σε μια περίοδο που η σχέση ΗΠΑ–Κίνας βρίσκεται ξανά σε εύφλεκτο σημείο, με την Ουάσιγκτον να απειλεί με νέους δασμούς στο πλαίσιο έρευνας για τη συμφωνία του 2020 και το Πεκίνο να προειδοποιεί ότι θα απαντήσει με «όλα τα αναγκαία μέτρα». Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ανέτρεψε μεγάλο μέρος των εμβληματικών του δασμών, επιχειρεί από το βήμα του State of the Union να ξαναγράψει την πολιτική αφήγηση, υπερασπιζόμενος τις επιλογές του στο εμπόριο.
Την ίδια στιγμή, ο αντίκτυπος των αμερικανικών δασμών δεν περιορίζεται στην Κίνα, αλλά χτυπά και τρίτες χώρες και κλάδους – από τα ηλιακά πάνελ της Ινδίας έως πολυτελείς ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Aston Martin, που βλέπουν τα σχέδια αναδιάρθρωσης να τινάζονται στον αέρα. Στο φόντο όλων αυτών, το γεγονός ότι δισεκατομμύρια δολάρια σε δασμούς χάνονται μέσω απάτης, όπως υπολογίζει και ανάλυση του Bloomberg Economics, πυροδοτεί νέο κύμα πολιτικής πίεσης για πιο αυστηρή, αλλά και πιο συνεκτική στρατηγική απέναντι στις πραγματικές ροές εμπορίου ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα.