ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Η ρωσική οικονομία έχει κολλήσει σε αδράνεια – Ποιες οι επιπτώσεις για τον πόλεμο και τον Πούτιν;

Οι κυρώσεις έχουν παγώσει την ανάπτυξη, προκαλώντας ανησυχίες για τη στρατιωτική ικανότητα της Ρωσίας και την πολιτική σταθερότητα του Πούτιν.

Οι δυτικοί ηγέτες εμφανίζονταν βέβαιοι όταν επέβαλαν κυρώσεις στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. «Η ρωσική οικονομία οδεύει προς το να μειωθεί στο μισό», είχε δηλώσει τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, έναν μήνα μετά την έναρξη του πολέμου, ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζο Μπάιντεν. Όπως είχε πει, πριν από την εισβολή η Ρωσία ήταν η 11η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και σύντομα δεν θα βρισκόταν καν στην πρώτη εικοσάδα.

Η εκτίμηση αυτή αποδείχτηκε λανθασμένη. Μετά το αρχικό σοκ των κυρώσεων το 2022, οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας αυξήθηκαν ραγδαία και η οικονομία της γνώρισε ισχυρή ανάκαμψη. Αντί να βγει από την πρώτη εικοσάδα, η Ρωσία το 2025 ήταν η ένατη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, ξεπερνώντας τον Καναδά και τη Βραζιλία και καταλαμβάνοντας θέση ακριβώς πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, νέες ανόδοι φαίνεται πλέον απίθανο να καταγραφούν. Το 2026 υπάρχουν σαφή σημάδια ότι η ρωσική οικονομία αρχίζει να προσκρούει σε σοβαρά εμπόδια, σύμφωνα με ανάλυση του Guardian. Αν και η δραματική κατάρρευση που είχε προβλεφθεί από τη Δύση δεν έχει υλοποιηθεί, το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει την πιο επισφαλή οικονομική κατάσταση από τότε που τα ρωσικά άρματα εισήλθαν στην Ουκρανία. Η ανάπτυξη έχει σχεδόν ακινητοποιηθεί, καθώς οι τιμές του πετρελαίου, βασική πηγή κρατικών εσόδων, υποχωρούν, ενώ μακροχρόνιες δημογραφικές πιέσεις, τις οποίες προηγουμένως κάλυπταν οι υψηλές αμυντικές δαπάνες, έρχονται πλέον στην επιφάνεια.

Για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό, οι απλοί Ρώσοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξήσεις φόρων και με ένα κράτος που έχει αναδιαμορφωθεί πλήρως για τις ανάγκες του πολέμου, περιορίζοντας τη χρηματοδότηση για την πρόνοια, την εκπαίδευση και την υγεία. Την ίδια ώρα, το εμπόριο με βασικούς συμμάχους έχει επιβραδυνθεί, οι εταιρικές χρεοκοπίες αυξάνονται και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού είναι έντονες.

Το πώς αυτή η οικονομική δυσπραγία θα επηρεάσει τον πόλεμο στην Ουκρανία, σύμφωνα με ειδικούς, εξαρτάται από τις πρόσφατες μακροοικονομικές κινήσεις της Ρωσίας και από το εάν οι παγκόσμιες εξελίξεις συνεχίσουν να πιέζουν τις τιμές του πετρελαίου προς τα κάτω.

Υποβάθμιση της ανάπτυξης, καθώς στερεύουν τα έσοδα από το πετρέλαιο

Οι τρέχουσες προοπτικές είναι δυσμενείς. Τον Ιανουάριο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποβάθμισε τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας, εκτιμώντας αύξηση μόλις 0,6% το 2025 και 0,8% το 2026. Εκτός των ετών της πανδημίας 2020-2022, πρόκειται για τους χαμηλότερους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης από την ύφεση που προκλήθηκε από τις κυρώσεις μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, ενώ είναι χαμηλότεροι και από τις προβλέψεις του Ταμείου για τις δυτικές οικονομίες.

Η απώλεια αυτής της δυναμικής συμπίπτει με τη μείωση των εσόδων από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, τα οποία αποτελούν βασικό στήριγμα της ρωσικής πολεμικής μηχανής. Το 2022, τα φορολογικά έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα αντιστοιχούσαν περίπου στο 40% των εσόδων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ποσοστό υπεραρκετό για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Ωστόσο, προκαταρκτικές εκτιμήσεις για τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2025 δείχνουν ότι το μερίδιο αυτό έχει υποχωρήσει στο 25%.

Η πτώση των τιμών παίζει σημαντικό ρόλο: η τιμή του πετρελαίου Urals μειώθηκε από περίπου 90 δολάρια το βαρέλι στις αρχές του 2022 σε 50 δολάρια μέχρι τα τέλη του 2025, σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας υπερπροσφοράς. Παράλληλα, οι δυτικές κυρώσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν, παρά τις προσπάθειες της Ρωσίας να βρει νέους αγοραστές.

Η Κίνα, η Ινδία και σε μικρότερο βαθμό η Τουρκία αύξησαν τις αγορές τους μετά την εισβολή, καθώς οι εξαγωγές προς την Ευρώπη μειώθηκαν απότομα. Ωστόσο, το 2026 ο συνολικός όγκος αυτών των συναλλαγών υπολείπεται σημαντικά των αγορών που πραγματοποιούσαν οι χώρες που επέβαλαν κυρώσεις πριν από τον πόλεμο. Η Ινδία, ειδικότερα, έχει περιορίσει τις εισαγωγές τους τελευταίους μήνες, υπό την απειλή επιβολής δασμών από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Ίσαακ Λέβι, αναλυτής πολιτικής στο Centre for Research on Energy and Clean Air, σημείωσε ότι «τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων το 2025 ήταν 13% χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα, πιεσμένα από αυστηρότερες κυρώσεις, τις επιθέσεις με drones της Ουκρανίας σε ενεργειακές υποδομές, τη δυσκολία εξεύρεσης νέων αγορών για το φυσικό αέριο και τις χαμηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου». Όπως τόνισε, αυτές οι πιέσεις αποδυναμώνουν σταδιακά τα έσοδα που χρειάζεται η Μόσχα για να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, προσθέτοντας ότι η στόχευση του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας θα περιόριζε ακόμα περισσότερο τις εξαγωγές και τα κέρδη της.

Μακροχρόνιες πιέσεις χωρίς λύση

Τα προβλήματα του Βλαντίμιρ Πούτιν με το πετρέλαιο ενδέχεται να είναι προσωρινά, ειδικά αν οι τιμές ανακάμψουν το 2026. Ωστόσο, οι μακροχρόνιες δημογραφικές πιέσεις πλήττουν πλέον έντονα τη ρωσική οικονομία. Ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται σταθερά από το 2019, από 145,5 εκατομμύρια σε 143,5 εκατομμύρια το 2024, λόγω χαμηλών γεννήσεων, απωλειών από τον πόλεμο και μετανάστευσης.

Παρότι και δυτικές χώρες αντιμετωπίζουν πτώση γεννητικότητας, οι μειώσεις εκεί είναι μικρότερες και η μετανάστευση έχει συμβάλει στη διατήρηση της πληθυσμιακής αύξησης. «Η Ρωσία δεν έχει τις προϋποθέσεις για ταχεία ανάπτυξη», δήλωσε ο δρ Μάρεκ Νταμπρόφσκι, ερευνητής στο think tank Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες, υπογραμμίζοντας ότι το βασικό πρόβλημα είναι οι μακροχρόνιες δημογραφικές τάσεις.

Ως αποτέλεσμα, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού είναι εκτεταμένες, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στο εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό ανεργίας της χώρας, μόλις 2%. Το Κρεμλίνο προσπάθησε να ενισχύσει τα δημόσια οικονομικά με σημαντικές αυξήσεις φόρων: το 2025 αύξησε τον φόρο εταιρειών από 20% σε 25% και εισήγαγε υψηλότερες κλίμακες φόρου εισοδήματος, ενώ στις αρχές του 2026 τέθηκε σε ισχύ αύξηση του ΦΠΑ από 20% σε 22%, ποσοστό υψηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας ή της Γερμανίας.

Παρότι ορισμένα βασικά αγαθά εξαιρέθηκαν, η αύξηση του ΦΠΑ ήρθε να προστεθεί στον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος έχει αυξήσει το κόστος βασικών προϊόντων. Η Ρωσία έχει βιώσει υψηλότερο πληθωρισμό για μεγαλύτερο διάστημα σε σχέση με τη Δύση, ενώ οι προσπάθειες αντιμετώπισής του επιβράδυναν περαιτέρω την οικονομία.

Ο δρ Βλαντισλάβ Ινοζέμτσεφ, οικονομολόγος και συνιδρυτής του Centre for Analysis and Strategies in Europe, ανέφερε ότι «ακολουθήθηκε μια ανεύθυνη πολιτική από την κεντρική τράπεζα και το υπουργείο Οικονομικών, τα οποία από το 2023 επιχείρησαν να “ψύξουν” την οικονομία για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό». Όπως είπε, το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε στο 21%, το επιδοτούμενο στεγαστικό πρόγραμμα καταργήθηκε και οι τράπεζες περιόρισαν τα δάνεια, αυξάνοντας τα επιτόκια, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν κυμαινόμενα.

Κάμψη της αισιοδοξίας, καθώς επιβραδύνονται οι στρατιωτικές δαπάνες

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η οικονομική πίεση επηρεάζει και το ηθικό των πολιτών. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις της Gallup στη Ρωσία, η εισβολή στην Ουκρανία είχε αρχικά αυξήσει την αισιοδοξία για την οικονομία λόγω της πολεμικής ανάπτυξης. Τον Ιούλιο του 2021, η πλειονότητα των Ρώσων πίστευε ότι η οικονομία επιδεινώνεται, όμως τον Νοέμβριο του 2022 η εικόνα αυτή είχε αντιστραφεί. Μέχρι τον Αύγουστο του 2025, ωστόσο, η αισιοδοξία είχε μειωθεί, με το 39% να θεωρεί ότι οι οικονομικές συνθήκες χειροτερεύουν, έναντι 29% το 2022.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ουκρανία είναι αν η Ρωσία θα μπορέσει να διατηρήσει τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες της. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας ως ποσοστό του ΑΕΠ διπλασιάστηκαν σε πάνω από 7%, ποσοστό διπλάσιο από τις αμερικανικές δαπάνες και υψηλότερο από κάθε μεμονωμένο μέλος του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η αύξηση αυτή έχει πλέον επιβραδυνθεί, με μόλις 0,1 ποσοστιαία μονάδα ανόδου μεταξύ 2024 και 2025.

Η Ρωσία, πάντως, διαθέτει επιλογές για τη διατήρηση του πολεμικού της ταμείου. Ο δανεισμός είναι εφικτός λόγω του σχετικά χαμηλού δημόσιου χρέους, αν και η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές έχει περιοριστεί από τις κυρώσεις, ενώ οι φόροι μπορούν να αυξηθούν περαιτέρω. Πολλά εξαρτώνται και από την πορεία των τιμών του πετρελαίου: περαιτέρω πτώση θα αυξήσει την επισφάλεια, ενώ άνοδος θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταθεροποίηση.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι βραχυπρόθεσμα η Ρωσία θα μπορέσει να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο. «Ο Πούτιν θα ενθαρρύνει την κεντρική τράπεζα να τυπώσει χρήμα, θα συνεχίσει να αυξάνει φόρους, να πουλά κρατική περιουσία και να εθνικοποιεί επιχειρήσεις», ανέφερε ο Ινοζέμτσεφ, προσθέτοντας ότι αυτό θα του επιτρέψει να εξασφαλίσει επαρκή χρηματοδότηση για το 2026 και πιθανότατα και για το 2027.

Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η αυξανόμενη οικονομική δυσαρέσκεια θα μεταφραστεί σε πολιτική πίεση. Τις τελευταίες εβδομάδες, πάντως, υπάρχουν ενδείξεις αλλαγής σκέψης στο Κρεμλίνο. Η Ρωσία συμφώνησε σε ειρηνευτικές συνομιλίες με την Ουκρανία για πρώτη φορά μετά από μήνες, με συναντήσεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ να πραγματοποιούνται αυτή την εβδομάδα στο Άμπου Ντάμπι. Για τους Ουκρανούς διαπραγματευτές, ένας καθοριστικός παράγοντας έχει πλέον τεθεί στο τραπέζι: η ρωσική πολεμική οικονομία εμφανίζει σημάδια κόπωσης και δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ αόριστον.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ