Η υπόθεση που έφερε στο φως η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων με τις 380 επιχειρήσεις και τα συνολικά χρέη ύψους 43 εκατ. ευρώ δεν αντιμετωπίζεται από τις αρχές ως ένα μεμονωμένο περιστατικό φοροδιαφυγής. Αντίθετα, αποτυπώνει έναν ολόκληρο μηχανισμό που αξιοποιεί τα κενά του συστήματος, μετατρέποντας τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις σε καθαρό κέρδος για οργανωμένα σχήματα.
Από τις εταιρείες που ελέγχθηκαν, οι 317 είχαν ήδη αφήσει πίσω τους οφειλές 27 εκατ. ευρώ προς το Δημόσιο και ακόμη 16 εκατ. ευρώ προς τον ΕΦΚΑ. Το εντυπωσιακό στοιχείο δεν ήταν όμως μόνο το ύψος των ποσών, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το δίκτυο κατάφερνε να παραμένει ενεργό. Μόλις δρομολογούνταν φορολογικός έλεγχος, η εταιρεία που είχε συσσωρεύσει τα χρέη σταματούσε να υφίσταται και στη θέση της εμφανιζόταν νέα, με διαφορετικό ΑΦΜ, ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας και νέο διαχειριστή χωρίς ουσιαστική οικονομική επιφάνεια. Η εμπορική δραστηριότητα συνεχιζόταν απρόσκοπτα, όμως το νομικό πρόσωπο που είχε αναλάβει τις υποχρεώσεις είχε ήδη «σβήσει».
Το μοντέλο αυτό απέφερε οφέλη σε πολλαπλά επίπεδα. Ειδικότερα, σε κλάδους με υψηλή καθημερινή ρευστότητα, όπως η εστίαση και το εμπόριο ηλεκτρονικών ειδών, ο ΦΠΑ που εισπράττεται είναι σημαντικός. Όταν τα ποσά αυτά δεν αποδίδονται στο κράτος, μετατρέπονται σε άμεσο ταμειακό πλεονέκτημα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ανάμεσα στις επιχειρήσεις περιλαμβανόταν και γνωστή αλυσίδα ταχυφαγείων, γεγονός που καταδεικνύει το εύρος της δραστηριότητας.
Παράλληλα, οι εταιρείες λειτουργούσαν κανονικά, απασχολούσαν εργαζόμενους και παρήγαν κύκλο εργασιών, χωρίς όμως να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές και φόρο εισοδήματος. Οι οφειλές διογκώνονταν στο όνομα διαχειριστών που δεν διέθεταν περιουσιακά στοιχεία ικανά να καλύψουν τα ποσά. Όταν το εταιρικό σχήμα έμπαινε στο περιθώριο, οι απαιτήσεις του Δημοσίου παρέμεναν ανείσπρακτες.
Η οργανωμένη διάσταση της υπόθεσης επιβεβαιώθηκε και από τα ευρήματα των ερευνών σε 11 κατοικίες. Εκεί εντοπίστηκαν 110 τραπεζικές κάρτες, αντίστοιχος αριθμός εταιρικών σφραγίδων, τερματικά POS, ηλεκτρονικός εξοπλισμός και μετρητά που έφταναν τις 100.000 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια υποδομή έτοιμη να ενεργοποιήσει άμεσα νέο εταιρικό σχήμα, κάθε φορά που το προηγούμενο επιβαρυνόταν με χρέη. Το επόμενο ΑΦΜ ήταν ήδη σε αναμονή, με διαφορετικό διαχειριστή και ίδια επιχειρηματική ταυτότητα.
Οι φορολογικές αρχές επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη πρακτική δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο. Σύμφωνα με δεδομένα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, μέσα στο 2025 εντοπίστηκαν 147 επιχειρήσεις που εμπλέκονταν σε κύκλωμα εικονικών συναλλαγών συνολικής αξίας 718,1 εκατ. ευρώ, με μη αποδοθέντα ΦΠΑ ύψους 143,5 εκατ. ευρώ. Στην περίπτωση εκείνη, οι εταιρείες εξέδιδαν ή λάμβαναν εικονικά τιμολόγια, μειώνοντας τεχνητά τη φορολογητέα βάση και περιορίζοντας τις υποχρεώσεις τους. Σε διαφορετική υπόθεση που είχε επίσης ανακοινωθεί από την ίδια αρχή, κύκλωμα εικονικών τιμολογήσεων είχε προκαλέσει ζημία που ξεπερνούσε τα 48 εκατ. ευρώ. Και εκεί η μεθοδολογία περιλάμβανε εταιρείες-κέλυφος, διαδοχικά νομικά πρόσωπα και διαχειριστές χωρίς περιουσιακή επιφάνεια, οι οποίοι αναλάμβαναν τυπικά την ευθύνη.
Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των περιπτώσεων είναι η μετατροπή του ΑΦΜ σε αναλώσιμο εργαλείο. Η επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να εμφανίζεται κανονική, με συναλλαγές και έσοδα, όμως οι υποχρεώσεις παραμένουν σε νομικά σχήματα που παύουν να υπάρχουν ή αδυνατούν να ανταποκριθούν. Στην πράξη, η πραγματική διοίκηση μετακινείται διαρκώς πίσω από ένα πλέγμα προσώπων που λειτουργούν ως «ασπίδα». Στην υπόθεση των 380 επιχειρήσεων, αυτό που κινητοποίησε τα συστήματα ανάλυσης κινδύνου της φορολογικής διοίκησης ήταν η επαναλαμβανόμενη αλλαγή ΑΦΜ, οι κοινές διευθύνσεις και τα πρόσωπα που εναλλάσσονταν στη διαχείριση. Οι διασταυρώσεις έδειξαν ότι οι εταιρείες με υψηλές οφειλές διέκοπταν τη λειτουργία τους λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια ελέγχου, ενώ η ίδια δραστηριότητα συνεχιζόταν υπό νέο εταιρικό μανδύα.
Στο τελικό στάδιο, τα χρέη βεβαιώνονται σε βάρος του εκάστοτε διαχειριστή. Ο λεγόμενος «αχυράνθρωπος» βρίσκεται αντιμέτωπος με μπλοκαρισμένο ΑΦΜ, δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς και ποινικές συνέπειες, την ώρα που οι πραγματικοί καθοδηγητές έχουν ήδη μεταφέρει τη δραστηριότητα σε άλλο νομικό πρόσωπο. Ο μηχανισμός στηρίζεται ακριβώς σε αυτή τη μεταβίβαση ευθύνης σε πρόσωπα χωρίς περιουσιακά στοιχεία, διασφαλίζοντας τη συνέχιση της λειτουργίας και αφήνοντας πίσω ένα ακόμη βαρύ φορολογικό αποτύπωμα.