ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Φρέσκα στοιχεία για τη δολοφονία της Φ. Μπαξεβάνη στη Σαλαμίνα – Η κατάθεση του αστυνομικού που αλλάζει τα δεδομένα

Νέα μαρτυρία από αστυνομικό φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές της υπόθεσης, ανατρέποντας τις αρχικές εκτιμήσεις και ανοίγοντας τον δρόμο για νέες έρευνες.

Στη Σαλαμίνα επανέρχεται στο προσκήνιο μια υπόθεση που συγκλόνισε πριν από χρόνια την τοπική κοινωνία, με την άγρια δολοφονία της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη να παραμένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των κατοίκων. Η 49χρονη, μητέρα τριών παιδιών, βρέθηκε νεκρή στο εξοχικό της κάτω από συνθήκες που σοκάρουν, με το σώμα της δεμένο και φιμωμένο, γεγονός που είχε προκαλέσει τότε έντονη αναστάτωση και ερωτήματα για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη μοιραία νύχτα.

Η υπόθεση, που έχει αποτελέσει χρόνιο πόνο για την οικογένειά της, επανέρχεται τώρα στη δημοσιότητα μέσα από νέες μαρτυρίες και καταθέσεις στην εκπομπή Φως στο Τούνελ, καθώς οι δικοί της άνθρωποι εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις και δικαιοσύνη για την απώλειά της

Τα παιδιά της άτυχης γυναίκας έσπασαν τη σιωπή τους και περιέγραψαν όσα σημάδεψαν για πάντα τη ζωή τους.

Ο Παντελής Οικονομόπουλος, γιος της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη που μένει στο ίδιο σπίτι και αναζητά στοιχεία, περιγράφει πως τη βρήκαν.

«Την βρήκαμε εγώ, ο αδερφός μου και η νύφη μου. Η μητέρα μου είχε έρθει στο σπίτι για να περάσει το Σαββατοκύριακο και δολοφονήθηκε. Έξω υπήρχε η τουαλέτα και πιθανότατα κάποιος είχε κρυφτεί εκεί. Την χτύπησε γιατί είχε μια μελανιά στο πρόσωπο. Εκείνη μάλλον έχασε τις αισθήσεις της, την τράβηξε και την έσυρε στο υπνοδωμάτιο. Ήταν δεμένη στα χέρια και στα πόδια. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι στο πλάι και της είχε βάλει ένα πανί στο στόμα. Πάνω της είχαν ρίξει για να την καλύψουν κάποια σκεπάσματα».

Στην εκπομπή μίλησε και ο μεγαλύτερος γιος της γυναίκας που βρήκε τραγικό θάνατο στο σπίτι της στη Σαλαμίνα. Ο Σταύρος Οικονομόπουλος ήταν ο άνθρωπος που την βρήκε νεκρή πάνω στο κρεβάτι.

«Εκείνη την ημέρα η μητέρα μου είχε πάει στο εξοχικό μας με την προϋπόθεση ότι θα ερχόμουν και εγώ την επόμενη ημέρα όταν σχολούσα από τη δουλειά με τη γυναίκα και το παιδί μου. Συνήθιζε να μας περιμένει πάντα στην πόρτα. Όταν έφτασα στο εξοχικό είδα την εξώπορτα κλειστή. Δεν ήταν κλειδωμένη. Την άνοιξα, μπήκα μέσα και φώναξα τη μητέρα μου αλλά δεν μου απάντησε κανείς. Θυμήθηκα ότι βάζαμε κλειδιά πάντα στο ρολόι της ΔΕΗ και έτσι βρήκα τα δεύτερα κλειδιά και άνοιξα την πόρτα. Αυτό που αντίκρυσα ούτε στον εχθρό μου να μην συμβεί..» λέει συγκλονισμένος.

«Το σπίτι ήταν άνω κάτω, η μητέρα μου στο βάθος, ξαπλωμένη μπρούμυτα, φιμωμένη με πανί στο στόμα και δεμένη. Μπήκε το παιδί μου μέσα άρχισε να ουρλιάζει όπως και η γυναίκα μου. Αυτό που αντικρίσαμε, έχει μείνει κάρβουνο στην ψυχή μας και δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε ποτέ αν δε βρεθεί ο δολοφόνος και δεν πληρώσει, όπως πρέπει να πληρώσει. Βγήκαν έξω οι γείτονες από τις φωνές, πήραν τηλέφωνο την αστυνομία, ήρθαν και πήραν αποτυπώματα απ’ τη ΓΑΔΑ. Το αποτέλεσμα ήταν ψύλλοι στα άχυρα που λένε».

«Όταν είδα δεμένη τη μητέρα μου έπαθα αμόκ»

Η φρίκη εκείνης της νύχτας δεν χαράχτηκε μόνο στις ψυχές των παιδιών της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη, αλλά και στο βλέμμα του μικρού εγγονού της, που βρέθηκε αντιμέτωπο με μια εικόνα αδιανόητης αγριότητας.

«Ήταν εδώ και το παιδί του αδερφού μου το οποίο ήταν πολύ σοκαρισμένο», λέει με σπασμένη φωνή ο δεύτερος γιος της άτυχης γυναίκας, ξεσπώντας σε κλάματα.

Όπως υποστήριξε, η μητέρα του δεν έφυγε απλώς από τη ζωή. Υπέστη έναν βασανιστικό θάνατο. Ο ίδιος περιέγραψε τη στιγμή που έμαθε τι είχε συμβεί.

«Με πήρε τηλέφωνο η νύφη μου και μου είπε τι έγινε. Ήρθα αμέσως και γι’ αυτό θέλω να ευχαριστήσω και τον καπετάνιο του φέρι μποτ που με πέρασε κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, απέναντι, μόλις του είπα ότι έχουν σκοτώσει τη μητέρα μου».

Όταν έφτασε στο σπίτι και μπήκε στο δωμάτιο, η εικόνα της τον διέλυσε.

«Είχα ξεφύγει. Έπαθα αμόκ. Υπήρχε ένα ψυγείο έξω και του έριξα μια μπουνιά… Το βούλιαξα, από το σοκ. Από αυτό που είδα».

Μια γειτόνισσα που έσπευσε στο σημείο μίλησε στην κάμερα του «Τούνελ» για εκείνη τη μέρα.

«Πρώτα μας σοκάρει ότι έφυγε από τη ζωή η γυναίκα και μετά ο τρόπος που έφυγε. Δεν το πιστεύαμε. Ήταν σωστή μάνα, σωστή σύζυγος. Προοδευτικό μυαλό. Αρωγός στον άντρα της, σε όλα. Έσκασε. Την έσκασαν τη γυναίκα. Ποιος και γιατί, δεν ξέρουμε».

Ο γιος της Φαιναρέτης μίλησε και για την έρευνα που ξεκίνησε με ζήλο αλλά γρήγορα βάλτωσε.

«Ο διοικητής στη Σαλαμίνα έψαχνε πόρτα-πόρτα να βρει τι έγινε. Μετά πήγαμε στη ΓΑΔΑ και εκεί έμεινε η υπόθεση. Υπήρχε μια ντουλάπα όπου βρέθηκε αποτύπωμα. Η Ασφάλεια έκοψε το κομμάτι από τη ντουλάπα για να το πάρει, αλλά δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ. Δεν μας ειδοποίησαν για τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε .Αν ήταν η δική τους μητέρα, θα έτρεχαν με χίλια».

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν και τα στοιχεία που παραπέμπουν –όπως λένε– σε σκηνοθετημένη ληστεία.

«Τον σπάγκο με τον οποίο έδεσαν τη μητέρα μας δεν τον είχα ξαναδεί. Δεν υπήρχε στο σπίτι. Φορούσε και μια χαρακτηριστική καδένα, στριφτή, δώρο δικό μας. Της την πήραν. Όπως και δύο δαχτυλίδια. Προφανώς για να δείξουν ότι έγινε ληστεία. Πέταξαν και κάποιες εικόνες κάτω και τις πατούσαν».

Για τους ανθρώπους που τη γνώριζαν, η Φαιναρέτη ήταν μια γυναίκα αγωνίστρια.

«Τη θαύμαζα, έβλεπα τον αγώνα της. Δεν είναι εύκολα αυτά. Και τελικά η “ανταμοιβή” της ήταν να φύγει με αυτό τον τρόπο…» λέει η γειτόνισσά της με πικρία.

Ο ένστολος μάρτυρας

Μάρτυρας πρώην αστυνομικός μίλησε στην εκπομπή φέρνοντας την ανατροπή στη δολοφονία της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη στη Σαλαμίνα.

«Ο τόπος του εγκλήματος παραδόθηκε ανέπαφος στους άνδρες της Ασφάλεια Αττικής, μαζί με όλες τις πληροφορίες και τα πρώτα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί, ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η έρευνα. Ωστόσο ο χρόνος περνούσε, χωρίς ουσιαστικές εξελίξεις. Έξι μήνες αργότερα, με επισκέφθηκε στο γραφείο μου ο ένας από τους γιούς του θύματος , ο Σταύρος Οικονομόπουλος, εμφανώς ταραγμένος και απογοητευμένος από την πορεία των ερευνών. Μου εξέφρασε τα έντονα παράπονά του για την καθυστέρηση και μου έδειξε μια φωτογραφία χρυσής αλυσίδας, υποστηρίζοντας ότι ανήκε στη μητέρα του και αφαιρέθηκε τη νύχτα της δολοφονίας. Μου ανέφερε, μάλιστα, πως είχαν γίνει έρευνες από τον ίδιο, σε χρυσοχοεία της περιοχής για τυχόν απόπειρα πώλησης από το δράστη», λέει χαρακτηριστικά.

Προσθέτει πως: «Παρατηρώντας προσεκτικά τη φωτογραφία, διέκρινα ότι επρόκειτο για μια σχετικά χοντρή, στριφτή αλυσίδα λαιμού. Θυμήθηκα πως, λίγες ημέρες μετά το έγκλημα, είχα δει έναν γνώριμο στις Αρχές άνδρα, σεσημασμένο, να φορά στον λαιμό του μια τέτοια αλυσίδα. Το συγκεκριμένο άτομο είχε συλληφθεί μήνες πριν, στο πλαίσιο του αυτοφώρου για σοβαρό αδίκημα, ωστόσο κυκλοφορούσε ελεύθερος στη Σαλαμίνα, περιμένοντας την τακτική δικάσιμο που του είχε οριστεί. Ο άνδρας αυτός είχε πρόσφατα επιστρέψει στο νησί από το εξωτερικό, στοιχείο που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες μου. Θεωρώντας τα δεδομένα ιδιαίτερα σοβαρά, ξεκίνησα άμεσα αναζητήσεις για τον εντοπισμό του, προκειμένου να προσαχθεί για εξέταση. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες, διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη φύγει εκ νέου στο εξωτερικό, γεγονός που δυσχέρανε σημαντικά την εξέλιξη της έρευνας και με έκανε ακόμη πιο καχύποπτο.»

Η μαρτυρία του είναι σημαντική στις λεπτομέρειες και ο ίδιος ζητά να καταθέσει σε Δικαστική Αρχή, όλα τα στοιχεία που διαθέτει.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ