Μετατίθεται τελικά τουλάχιστον κατά έξι μήνες η έναρξη λειτουργίας του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (γνωστού με το ακρωνύμιο ΜΙΔΑ), καθώς τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στη δοκιμαστική εφαρμογή του δεν επιτρέπουν, προς το παρόν, την ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς. Αν και ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ότι η πλατφόρμα θα ήταν διαθέσιμη στο κοινό έως τα τέλη Μαρτίου, οι δυσκολίες που προέκυψαν στη διασύνδεση κρίσιμων βάσεων δεδομένων οδηγούν σε καθυστέρηση, προκειμένου να αποφευχθούν λάθη που θα μπορούσαν να έχουν άμεσες συνέπειες για τους ιδιοκτήτες ακινήτων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η πιλοτική λειτουργία του συστήματος ανέδειξε ότι η ενοποίηση πληροφοριών από διαφορετικές πηγές δεν είναι τελικά ακόμη πλήρως αξιόπιστη. Ιδιαίτερα προβληματική εμφανίζεται η αντιστοίχιση στοιχείων μεταξύ του Κτηματολογίου και των δηλώσεων Ε9, όπου σε πολλές περιπτώσεις καταγράφονται αποκλίσεις σε βασικά χαρακτηριστικά των ακινήτων, όπως τα τετραγωνικά μέτρα, τα ποσοστά συνιδιοκτησίας ή ακόμη και η ίδια η ύπαρξη δηλωμένων δικαιωμάτων. Οι ασυμβατότητες αυτές καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω επεξεργασία του συστήματος πριν τεθεί σε πλήρη λειτουργία.
Θυμίζουμε ότι το ΜΙΔΑ αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του ψηφιακού μετασχηματισμού της φορολογικής διοίκησης και στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού φακέλου για κάθε ακίνητο στη χώρα. Μέσα από τη νέα πλατφόρμα θα συγκεντρώνονται δεδομένα που μέχρι σήμερα βρίσκονται διάσπαρτα σε διαφορετικές υπηρεσίες, όπως οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, τα στοιχεία του Κτηματολογίου, πληροφορίες από παρόχους ενέργειας, δηλώσεις μίσθωσης και άλλες κρατικές βάσεις δεδομένων.
Με την πλήρη ανάπτυξη του συστήματος, οι Αρχές θα μπορούν να έχουν άμεση και ολοκληρωμένη εικόνα για την ακίνητη περιουσία του καθενός μας. Θα είναι εφικτό να προσδιορίζεται με ακρίβεια ποιος κατέχει κάθε ακίνητο, ποια είναι η πραγματική χρήση του, αν αποφέρει εισόδημα και αν υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ των δηλωμένων στοιχείων και της πραγματικής κατάστασης. Αυτή η δυνατότητα, σύμφωνα με τους ιθύνοντες, θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση των ελέγχων και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Παρότι η εκκίνηση καθυστερεί, το έργο παραμένει σε πλήρη εξέλιξη, με ορίζοντα υλοποίησης που εκτείνεται έως το 2029. Κι αυτό γιατί η ολοκλήρωση του εγχειρήματος θα γίνει σε φάσεις, επειδή απαιτείται συνεχής βελτίωση των διασταυρώσεων και των αλγοριθμικών εργαλείων που θα χρησιμοποιούνται για την ανάλυση των δεδομένων.
Θα πρέπει να τονιστεί πως η συγκέντρωση όλων των πληροφοριών σε ένα ενιαίο περιβάλλον θα επιτρέψει στους ιδιοκτήτες ακινήτων να έχουν άμεση πρόσβαση σε πλήρη εικόνα της περιουσίας τους, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχουν σε πολλαπλές υπηρεσίες ή να υποβάλλουν επαναλαμβανόμενες δηλώσεις. Η μείωση της γραφειοκρατίας αποτελεί άλλωστε έναν από τους βασικούς στόχους, καθώς πολλές διαδικασίες θα αυτοματοποιηθούν και θα περιοριστεί η ανάγκη για υποβολή δικαιολογητικών. Παράλληλα, αναμένεται να επιταχυνθούν σημαντικά οι συναλλαγές που σχετίζονται με τα ακίνητα, όπως αγοραπωλησίες, γονικές παροχές και μισθώσεις. Η ύπαρξη ήδη διασταυρωμένων στοιχείων θα διευκολύνει τις διαδικασίες, μειώνοντας τον χρόνο ολοκλήρωσής τους και περιορίζοντας τα περιθώρια λαθών. Επιπλέον, η αυτοματοποίηση των ελέγχων σημαίνει ότι οι συνεπείς φορολογούμενοι θα απαλλαγούν σε μεγάλο βαθμό από τη συχνή επαφή με τις ελεγκτικές αρχές, καθώς η ορθότητα των στοιχείων τους θα επιβεβαιώνεται ψηφιακά.
Ωστόσο, η άλλη όψη της μεταρρύθμισης προκαλεί έντονο προβληματισμό. Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν είναι η μεταφορά της ευθύνης για την ακρίβεια των στοιχείων στους ίδιους τους πολίτες. Δεδομένου ότι το σύστημα θα βασιστεί σε ήδη καταγεγραμμένα δεδομένα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις περιέχουν λάθη ή ελλείψεις, οι ιδιοκτήτες θα κληθούν να εντοπίσουν και να διορθώσουν τυχόν ανακρίβειες. Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να επιβαρυνθούν με επιπλέον φόρους ή πρόστιμα.
Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα των ασυμφωνιών με το Κτηματολόγιο, το οποίο δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως με ακρίβεια σε όλη τη χώρα. Οι διαφορές που έχουν καταγραφεί σε πολλά ακίνητα ενδέχεται να οδηγήσουν σε μαζικές διορθώσεις, ενώ το νέο σύστημα λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός ανάδειξης των προβλημάτων παρά ως εργαλείο επίλυσής τους. Επιπλέον, η διασταύρωση των δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις. Σε περιπτώσεις όπου εντοπίζονται αποκλίσεις, είναι πιθανό να προκύψουν υψηλότερες χρεώσεις στον ΕΝΦΙΑ, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξουν και αναδρομικοί υπολογισμοί φόρων. Ταυτόχρονα, ανοίγει ο δρόμος για ελέγχους σε εισοδήματα που δεν έχουν δηλωθεί, ιδίως από εκμισθώσεις ακινήτων.
Στα πρώτα στάδια λειτουργίας, αναμένονται επίσης τεχνικά προβλήματα, όπως καθυστερήσεις στην επεξεργασία στοιχείων, σφάλματα κατά τη συγχώνευση δεδομένων και δυσκολίες στη χρήση της πλατφόρμας από τους πολίτες. Η εμπειρία από αντίστοιχα ψηφιακά έργα δείχνει ότι απαιτείται χρόνος προσαρμογής μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης σταθερότητα. Τέλος, η εφαρμογή του ΜΙΔΑ εκτιμάται ότι θα ασκήσει πίεση σε πολλούς ιδιοκτήτες να τακτοποιήσουν εκκρεμότητες που εκκρεμούν εδώ και χρόνια. Ζητήματα όπως αυθαίρετες κατασκευές, ελλιπείς δηλώσεις ή μη καταγεγραμμένες μισθώσεις θα πρέπει να διευθετηθούν, γεγονός που συνεπάγεται επιπλέον κόστος τόσο για τεχνικές υπηρεσίες όσο και για ενδεχόμενα πρόστιμα.