Η περιπέτεια της υγείας της ξεκίνησε στα 35 της χρόνια, όταν μια επίμονη κούραση την οδήγησε στο νοσοκομείο. Η Ρεγγίνα Μακέδου, μιλώντας στην εκπομπή «Όπου υπάρχει Ελλάδα», γύρισε τον χρόνο πίσω στην αρχή μιας διαδρομής που την έκανε να αναθεωρήσει τα πάντα. Από τις πρώτες εξετάσεις στην Καβάλα μέχρι τη μεταμόσχευση μυελού των οστών, η γυμνάστρια που ταύτισε το όνομά της με τη δύναμη της θέλησης, μιλά για τις στιγμές που ο φόβος την λύγισε.
«Έμαθα ότι έχω λευχαιμία πολύ περίεργα γιατί δεν είχα συμπτώματα. Το μόνο σύμπτωμα που είχα ήτανε ότι λαχάνιαζα, κουραζόμουνα» αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την ξαφνική αλλαγή στη ζωή της. Μετά τη διάγνωση στην Αλεξανδρούπολη, ακολούθησε μια μακρά περίοδος νοσηλείας. «Νοσηλεύτηκα στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης για 157 ημέρες. Εκεί η νόσος μου ήρθε σε πλήρη ύφεση μέχρι το 2022 που ήρθε η υποτροπή. Το 2022 λοιπόν ήξερα ότι η μόνη λύση για εμένα θα είναι η μεταμόσχευση μυελού των οστών» εξηγεί η ίδια.
Ο χορός μέσα στους θαλάμους και η υποτροπή
Ακόμη και στις πιο δύσκολες ώρες, η ανάγκη της για κίνηση και αισιοδοξία δεν την εγκατέλειψε. Όπως θυμάται, ο χορός έγινε το δικό της «φάρμακο» μέσα στην απομόνωση των νοσοκομείων.
«Κάθε μέρα σηκωνόμουν και χόρευα. Ήμουνα μέσα στο νοσοκομείο χωρίς μαλλιά, με τις πιτζάμες μου, με τους φλεβοκαθετήρες μου και σηκωνόμουν και χόρευα. Αυτό μου έδινε ζωή» δηλώνει, προσθέτοντας ωστόσο πως η δεύτερη φάση της δοκιμασίας ήταν πολύ πιο επώδυνη. «Τη δεύτερη φορά με τη μεταμόσχευση, η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα ήταν αρκετά πιο δύσκολα. Είχα αρκετές παρενέργειες».
Η συμφιλίωση με την απώλεια και το «ευχαριστώ» στη δότρια
Η αναμέτρηση με τη λευχαιμία την έφερε πρόσωπο με πρόσωπο με τις πιο μύχιες σκέψεις της. Η Ρεγγίνα Μακέδου δεν διστάζει να παραδεχτεί πως υπήρξαν στιγμές απόλυτης αδυναμίας.
«Φοβήθηκα ότι θα χάσω τη ζωή μου. Και την πρώτη φορά, όταν ακόμα δεν ήξερα ακριβώς τι γίνεται και μάλιστα εκεί την πρώτη φορά ήτανε που συμφιλιώθηκα λίγο με τον θάνατό μου. Έκατσα λίγο κάτω, είδα πώς τα πράγματα έχω κάνει στη ζωή μου, πόσα θα μπορούσα να κάνω, όμως ήμουν ήδη ευχαριστημένη με ό,τι είχα κάνει» εξομολογείται.
Η κρισιμότερη στιγμή ήρθε κατά τη διάρκεια της μεταμόσχευσης, όταν οι επιπλοκές την έκαναν να πιστέψει πως το τέλος πλησίαζε. «Στη δεύτερή μου την περιπέτεια, στη μεταμόσχευση, κάποια στιγμή είχα πνευμονία. Είχα πνευμονία και είχα και πάρα πολύ χαμηλά λευκά. Εκεί πέρα φοβήθηκα πάρα πολύ. Είπα ότι τα παρατάω, δεν… Πίστευα ότι δεν αντέχω άλλο».
Τότε ήταν που η στήριξη του περιβάλλοντός της λειτούργησε ως σανίδα σωτηρίας. «Εκείνη τη στιγμή βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι, και μέσα από το νοσοκομείο, γιατροί, νοσηλευτές, φίλοι μου, που μου έδειξαν ότι δεν πρέπει να τα παρατήσω. Κι εκεί κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι το “μαζί”».
Κλείνοντας τη μαρτυρία της, η γυμνάστρια στρέφει τη σκέψη της στον άνθρωπο που της χάρισε μια δεύτερη ευκαιρία. «Νομίζω ότι δεν θα παρεξηγηθεί κανείς αν ο άνθρωπος που θα πω το μεγαλύτερο ευχαριστώ είναι η δότριά μου. Η προσφορά της τεράστια γιατί χαίρεσαι που ζω. Πραγματικά αν δεν έχεις υγεία, δεν έχεις τίποτα».