ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ένα ξεχωριστό «Δείπνο στο σκοτάδι»: Τα πρώτα λεπτά μπορεί να τρομάζεις, αλλά μετά δεν θέλεις να τελειώσει

Τον Βαγγέλη Αυγουλά τον γνώρισα πριν από περίπου τρία χρόνια. Μαζί γράψαμε ένα από τα πιο ιδιαίτερα podcast που έχω φτιάξει: «Νιώθω πως είμαι σε έναν κόσμο φτιαγμένο για βλέποντες μόνο. Περισσεύουμε τα τυφλά άτομα ή ενοχλούμε με την παρουσία μας».

Είναι εκ γενετής τυφλός και κατά τη διάρκεια της εκπομπής, τον Δεκέμβριο του 2023, ενώ προβάλαμε τα προβλήματα της καθημερινότητας, ανυπομονούσα να του θέσω αυτή την ερώτηση: Ένας τυφλός όταν κοιμάται, βλέπει όνειρα; «Οι τυφλοί βλέπουν όνειρα», μου είχε πει. «Εγώ, που έχω γεννηθεί τυφλός, δεν βλέπω όνειρα με εικόνα και ξαναξυπνάω τυφλός. Αν πω, για παράδειγμα, ότι είδα τα αδέλφια μου στον ύπνο μου, σημαίνει ότι άκουσα τη φωνή τους και τα γνώρισα. Αν κάποιος έχασε το φως του αργότερα στη ζωή του, αυτός έχει κρατήσει οπτική ανάμνηση. Άρα μπορείς να του μιλήσεις για χρώματα και να τα φτιάξει εικόνα στο μυαλό του, μπορεί να δει και όνειρα με εικόνα – ποικίλλει αυτό».

Με τον κύριο Αυγουλά κρατήσαμε επαφή, γιατί εκτός από ξεχωριστή προσωπικότητα, επιτελεί σημαντικό έργο με την ΑΜΚΕ «Με άλλα μάτια». Όταν έλαβα την πρόσκληση για ένα «Δείπνο στο σκοτάδι», ενθουσιάστηκα. Διάβασα για μία βιωματική εμπειρία που θα μου μείνει αξέχαστη. Για ένα διαδραστικό και όμορφο ταξίδι στον κόσμο των αισθήσεων, που ξυπνά κι οξύνει τις αισθήσεις – πλην της όρασης. Ταυτόχρονα ενισχύει την κατανόηση της καθημερινότητας μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων με οπτική βλάβη. Έχω λάβει εκατοντάδες προσκλήσεις τόσα χρόνια. Ήταν από τις πιο συναρπαστικές. Απάντησα θετικά δίχως δεύτερη σκέψη. Δεν θα έχανα αυτή την εμπειρία.

Δείπνο στο σκοτάδι

Τι είναι το «Δείπνο στο σκοτάδι»; Οι συμμετέχοντες καλούνται να δειπνήσουν στο απόλυτο σκοτάδι αφήνοντας για λίγο στην άκρη την όρασή τους. Στον χώρο τηρούνται προδιαγραφές στα πρότυπα των ευρωπαϊκών «Dinners in The Dark», ενώ λαμβάνονται εκ των προτέρων όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και τηρούνται τα εκάστοτε υγειονομικά πρωτόκολλα. Το σέρβις πραγματοποιείται από ειδικά εκπαιδευμένους τυφλούς και βλέποντες εθελοντές. Το μενού είναι έκπληξη.

Λίγες ημέρες αργότερα…

Βρισκόμουν στην είσοδο του εστιατορίου. Θα με οδηγούσαν στο τραπέζι Νο 6. Μαζί με 5 καλεσμένους μπαίναμε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, πιάνοντας τον ώμο του μπροστινού μας, καθώς όταν περνούσαμε την πόρτα, δεν υπήρχε το παραμικρό φως μέσα στην αίθουσα. Η βραδιά ξεκίνησε.

Τα πρώτα πέντε – δέκα λεπτά ήταν εξαιρετικά δύσκολα. Συναισθήματα άγχους, μέχρι και φόβου. Το σκοτάδι τρομάζει. Όχι τόσο επειδή δεν μπορούσα να δω το παραμικρό, αλλά γιατί δεν είχα εγώ τον έλεγχο της κατάστασης. Υπήρχαν δύο εκδοχές. Ή κάθομαι και βιώνω μια μοναδική εμπειρία ή εγκαταλείπω. Το δεύτερο, όσο κι αν προσφέρει μια στιγμιαία ανακούφιση, ήταν μακράν η χειρότερη επιλογή που θα μπορούσα να κάνω. Σύντομα κατάλαβα πως ο χρόνος κυλούσε υπέρ μου. Ενώ στην αρχή ήθελα να ανάψει το φως, ένιωθα πως μπορούσα παραπάνω. Όσο περνάει η ώρα, εγκλιματίζεσαι με το περιβάλλον που βιώνεις. Γίνεσαι μέρος του.

Για κάποιον που δεν έχει πρόβλημα όρασης, η εμπειρία είναι συναρπαστική. Είναι συναρπαστική, επειδή γνωρίζει πως κάποια στιγμή αυτό θα τελειώσει. Θα διαρκέσει μία ώρα; Μιάμιση; Θα τελειώσει όμως. Και αυτό είναι πολυτέλεια.

Το πρώτο πράγμα που έκανα ενώ κάθισα στο τραπέζι ήταν να ψηλαφίσω τον χώρο. Αριστερά μου είχα έναν κύριο που δεν γνώριζα από πριν, αλλά τα είπαμε μια χαρά. Δεξιά μου τίποτα. Απέναντί μου έτυχε να βρίσκονται δύο πρόσωπα από τον πολιτικό χώρο τα οποία γνώριζα. Εγώ καθόμουν στο τέλος του μακρόστενου τραπεζιού. Δεν είχα βρεθεί στο παρελθόν στο συγκεκριμένο μαγαζί, οπότε προσπαθούσα να φανταστώ πώς είναι και τι υπάρχει στον χώρο. Ξεκινήσαμε και μιλούσαμε με τους συνδαιτυμόνες. Καθώς τα πρώτα λεπτά ήταν (στην καλύτερη) περίεργα, (στη χειρότερη) δύσκολα, νομίζω πως όλοι είχαν την ανάγκη για επικοινωνία.

Έπιανα τα αντικείμενα που είχα μπροστά μου και προσπαθούσα να καταλάβω εκτός από το τι είναι, πού βρίσκονται για να τα χρησιμοποιήσω κατά τη διάρκεια του δείπνου. Το σερβίτσιο και τα μαχαιροπίρουνα ήταν στη θέση τους. Προς τα αριστερά μου υπήρχαν τρία ποτήρια – του νερού, του κρασιού και για ρακί. Το πρώτο που έκανα ήταν να βάλω νερό. Βρήκα το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό και γέμισα το ποτήρι. Δεν τα έκανα μαντάρα και ένιωσα υπερήφανος γι’ αυτό. Προσέξτε τώρα. Ένιωσα πως κατάφερα να πετύχω κάτι μοναδικό – και νομίζω δεν ήμουν ο μόνος στην αίθουσα: Να βάλω δηλαδή νερό ενώ δεν έβλεπα. Για μένα αυτό ήταν μια στιγμιαία νίκη, τη στιγμή που για αρκετούς συνανθρώπους μας είναι ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης κάτω από αντίξοες και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Όταν ήρθε το πρώτο πιάτο, το επίπεδο δυσκολίας ανέβηκε. Από την αρχή δεν γνωρίζαμε τις γεύσεις. Έπρεπε να τις ανακαλύψουμε. Ξεκίνησα να δοκιμάζω. Δυσκολευόμουν. Αφού δεν με έβλεπε κανείς, άφησα λίγο το πιρούνι και χρησιμοποίησα το χέρι. Να άλλη μία πολυτέλεια της στιγμής. Εγώ μπορούσα να το κάνω, γιατί ήμουν σε ένα δείπνο στο σκοτάδι. Ένας τυφλός μπορεί να δειπνήσει με τα χέρια σε ένα εστιατόριο; Μπορεί, αλλά δεν θα το επέλεγε ποτέ.

Είχαμε διανύσει περίπου τη μία ώρα της εκδήλωσης, ο Βαγγέλης Αυγουλάς φρόντιζε κάθε τόσο με τις καίριες παρεμβάσεις του να μας ενημερώνει για την εξέλιξη της βραδιάς, όταν στο διπλανό τραπέζι μια κυρία ξεκλείδωσε το κινητό της – κάτι το οποίο φυσικά απαγορευόταν. Όσο διακριτικά και αν προσπάθησε να το κάνει, ο χώρος γύρω από την ίδια φωτίστηκε. Ομολογώ πως με ξένισε. Όχι τόσο η κίνηση, όσο πως χάλασε την ατμόσφαιρα του απόλυτου σκοταδιού που είχε δημιουργηθεί και πλέον ήμουν μέρος του, με πολύ πιο φιλικές για εμένα συνθήκες. Υποδυόμασταν έναν ρόλο και όσο περνούσε η ώρα, τον βιώναμε με μεγαλύτερη επιτυχία.

Μετά από σχεδόν μιάμιση ώρα, το δείπνο ολοκληρώθηκε. Ένιωθες μοναδικός, ενώ στην πραγματικότητα δεν έκανες τίποτα το σπουδαίο. Ούτε στον δρόμο βγήκες χωρίς να έχεις όραση, ώστε να περπατήσεις στα ακατάλληλα πεζοδρόμια, ούτε συγκοινωνίες πήρες, ούτε σε μια υπηρεσία πήγες για να εξυπηρετηθείς. Απλά δείπνησες.

Το «Δείπνο στο σκοτάδι» σε βάζει αντιμέτωπο με κάποια από τα όριά σου. Δεν είναι αποτυχία να μην καταφέρεις να βγάλεις όλη τη διάρκειά του – έτσι κι αλλιώς το προσωπικό σε ενημερώνει δευτερόλεπτα πριν μπεις πως, αν νιώσεις πως θέλεις να φύγεις, ενημέρωσε τον υπεύθυνο του τραπεζιού σου. Αν φύγεις όμως, θα χάσεις μια μοναδική εμπειρία την οποία αξίζει να βιώσεις μέχρι το τέλος. Αν μου δινόταν η ευκαιρία θα το έκανα ξανά, αν και γνωρίζω πως τη δεύτερη φορά θα απουσιάζει η έκπληξη της πρώτης.

Για το κλείσιμο, θα χρησιμοποιήσω μια φράση του ίδιου του Βαγγέλη Αυγουλά. «Ευχαριστούμε που μας εμπιστευτήκατε για να ζήσετε μιάμιση ώρα αυτό που εμείς βιώνουμε μια ολόκληρη ζωή».

  • Το 22ο «Δείπνο στο Σκοτάδι» πραγματοποιήθηκε Πέμπτη 29 Ιανουαρίου στο κρητικό Κέντρο Αόρη – Λεωφόρο Κηφισού 40
  • Επόμενη δράση της ΑΜΚΕ «Με άλλα Μάτια»: Φωνές στο Σκοτάδι – Η Νατάσσα Μποφίλιου και η Νατάσα Γιάμαλη συνομιλούν με τον Βαγγέλη Αυγουλά, σε έναν ανοιχτό διάλογο στο απόλυτο σκοτάδι

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ