Μετά από πολυετείς καθυστερήσεις, αλλαγές σχεδιασμών και πολιτικές εκκρεμότητες, το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των 38 μαχητικών μας F-16 Block 50 στην έκδοση Viper μπαίνει πλέον σε φάση ουσιαστικής υλοποίησης. Ο σχετικός φάκελος βρίσκεται στο τελικό στάδιο πριν από την εξέτασή του από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων, ένα κρίσιμο βήμα που ανοίγει τον δρόμο για τις επόμενες θεσμικές και διακρατικές διαδικασίες. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο πως η αναβάθμιση ενός F-16 στο επίπεδο Viper σημαίνει ότι το αεροσκάφος μετατρέπεται ουσιαστικά σε μια νέας γενιάς εκδοχή του F-16, με δυνατότητες που πλησιάζουν αυτές μαχητικών 5ης γενιάς (σ.σ. 5ης γενιάς είναι π.χ. τα γαλλικά Rafale και τα αμερικανικά F-35) σε όρους αισθητήρων, επίγνωσης τακτικής κατάστασης και διασύνδεσης στο πεδίο μάχης.
Στην πράξη, η έκδοση F-16V (Viper) περιλαμβάνει ριζική ανανέωση των ηλεκτρονικών και των συστημάτων μάχης του αεροσκάφους. Κεντρικό στοιχείο είναι η εγκατάσταση ραντάρ AESA APG-83, το οποίο αντικαθιστά το παλαιότερο μηχανικό ραντάρ και προσφέρει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια εντοπισμού, δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης πολλών στόχων σε αέρα και έδαφος, αυξημένη αντοχή σε παρεμβολές και βελτιωμένη ακρίβεια στη χρήση όπλων μεγάλης εμβέλειας.
Παράλληλα, το πιλοτήριο μετασχηματίζεται πλήρως με την τοποθέτηση μεγάλης έγχρωμης οθόνης αφής, νέου υπολογιστή αποστολής και σύγχρονου συστήματος απεικόνισης δεδομένων, δίνοντας στον χειριστή ολοκληρωμένη εικόνα του επιχειρησιακού περιβάλλοντος σε πραγματικό χρόνο. Η αναβάθμιση περιλαμβάνει επίσης νέο σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου, βελτιωμένα συστήματα αυτοπροστασίας και αναβαθμισμένες δυνατότητες επικοινωνιών και διασύνδεσης με άλλα αεροσκάφη, πλοία και επίγεια κέντρα διοίκησης.
Σε επίπεδο οπλισμού, το F-16V μπορεί να αξιοποιήσει σύγχρονα κατευθυνόμενα όπλα αέρος – αέρος και αέρος – εδάφους, αυξάνοντας δραστικά τη φονικότητα και την ακρίβεια των αποστολών του. Ταυτόχρονα, γίνονται δομικές παρεμβάσεις στο αεροσκάφος ώστε να παραταθεί η επιχειρησιακή του ζωή για πολλές ακόμη δεκαετίες. Με απλά λόγια, η αναβάθμιση σε επίπεδο Viper δεν είναι μια «μερική βελτίωση», αλλά ένας ολικός ψηφιακός εκσυγχρονισμός που επιτρέπει στα F-16 να παραμείνουν τεχνολογικά επίκαιρα, πλήρως διαλειτουργικά με συμμαχικές δυνάμεις και αξιόμαχα σε ένα σύγχρονο, ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον αεροπορικών επιχειρήσεων.
Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί

Το σχέδιο αναβάθμισης λοιπόν των F-16 εδώ και χρόνια χαρακτηρίζεται προβληματικό ως προς την πορεία του, καθώς ενώ είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2021 στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή, αποσύρθηκε αιφνιδιαστικά, με την υπόσχεση ότι θα επανέλθει σύντομα. Η επαναφορά αυτή, ωστόσο, δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα το πρόγραμμα να παραμείνει «παγωμένο» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η εκκρεμότητα άρχισε να κλείνει μόλις την άνοιξη του 2025, όταν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ενέταξε επισήμως την αναβάθμιση των F-16 Block 50 στον Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών. Η συγκεκριμένη κίνηση έδωσε εκ νέου θεσμική υπόσταση στο πρόγραμμα και επέτρεψε την επανεκκίνηση των διαδικασιών που είχαν μείνει στάσιμες επί σχεδόν τέσσερα χρόνια.
Εφόσον λοιπόν τώρα δοθεί το «ναι» από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ), το επόμενο βήμα θα είναι η αποστολή επίσημης Επιστολής Αιτήματος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών, στο πλαίσιο της διακρατικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, το πρόγραμμα θα πρέπει να λάβει την τελική έγκριση τόσο από τη Βουλή όσο και από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, προκειμένου να μπορέσει να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης μέσω του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το χρονοδιάγραμμα που έχει τεθεί είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο. Η υπογραφή της σύμβασης τοποθετείται χρονικά μέσα στο 2027, ενώ η παράδοση των πρώτων αναβαθμισμένων αεροσκαφών εκτιμάται ότι θα ξεκινήσει το 2031. Η δε πλήρης ολοκλήρωση του έργου προβλέπεται να φτάσει έως το… 2037, αποτυπώνοντας το μέγεθος και τη σύνθετη φύση του προγράμματος.
Η αναβάθμιση των F-16 Block 50 στο επίπεδο Viper θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της επιχειρησιακής ισορροπίας της Πολεμικής Αεροπορίας τα επόμενα χρόνια, καθώς θα επιτρέψει στα συγκεκριμένα αεροσκάφη να παραμείνουν αξιόμαχα και τεχνολογικά συμβατά με τα νεότερα μέσα που εντάσσονται στο οπλοστάσιο της χώρας.
Ραχοκοκαλιά της Πολεμικής Αεροπορίας

Τα F-16C/D Block 30 και Block 50 Fighting Falcon αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Πολεμικής Αεροπορίας μας και συγκαταλέγονται στα πιο ευέλικτα και δοκιμασμένα μαχητικά αεροσκάφη πολλαπλού ρόλου παγκοσμίως, καθώς πρόκειται για μονοκινητήρια παντός καιρού, ικανά να εκτελούν αποστολές εναέριας υπεροχής, κρούσης, αναχαίτισης και υποστήριξης, μεταφέροντας ένα ευρύ φάσμα οπλικών συστημάτων. Το F-16 σχεδιάστηκε αρχικά από την General Dynamics ως ένα ελαφρύ μαχητικό με κύρια αποστολή την αεροπορική υπεροχή στο πλαίσιο του προγράμματος Lightweight Fighter, όμως η εξέλιξή του ξεπέρασε κατά πολύ τις αρχικές απαιτήσεις, μετατρέποντάς το σε ένα εξαιρετικά ικανό και προσαρμόσιμο μαχητικό που αναβαθμίζεται διαρκώς.
Η Ελλάδα ενίσχυσε για πρώτη φορά το αεροπορικό της οπλοστάσιο με 40 F-16 Block 30 το 1989, στο πλαίσιο του προγράμματος Peace Xenia I, ενώ το 1997 ακολούθησε η παραλαβή 40 πιο εξελιγμένων F-16C/D Block 50 μέσω του Peace Xenia II, με την κατασκευάστρια εταιρεία General Dynamics να έχει ήδη ενσωματωθεί στη Lockheed Martin. Η έκδοση F-16D, με διθέσιο κόκπιτ, χρησιμοποιείται τόσο για επιχειρησιακές αποστολές όσο και για την προχωρημένη εκπαίδευση των ιπταμένων.
Τα ελληνικά F-16 Block 30 ξεχωρίζουν για ορισμένες ειδικές τροποποιήσεις, όπως το ενισχυμένο σύστημα προσγείωσης, την ύπαρξη αλεξιπτωτισμού πέδησης και τον προβολέα νυχτερινής αναχαίτισης, στοιχεία που αντανακλούν τις ιδιαίτερες επιχειρησιακές απαιτήσεις του Αιγαίου, ενώ τα Block 50 διαθέτουν επιπλέον δομικές ενισχύσεις, ισχυρότερο κινητήρα και αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά συστήματα, προσφέροντας αυξημένες επιδόσεις και μεγαλύτερη μαχητική αποτελεσματικότητα.
Τα μαχητικά αυτά κινούνται με κινητήρες General Electric της οικογένειας F110, με τα Block 30 να φέρουν τον F110-GE-100 και τα Block 50 τον ακόμη ισχυρότερο F110-GE-129, επιτρέποντάς τους να αναπτύσσουν ταχύτητες που αγγίζουν τα 2 Mach, να επιχειρούν σε ύψη έως και 50.000 πόδια και να συνδυάζουν υψηλή ευελιξία με σημαντική ακτίνα δράσης, χαρακτηριστικά που τα καθιστούν κρίσιμα για την αποτρεπτική ισχύ και την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Πολεμικής Αεροπορίας μας.