Με τη ραγδαία εξάπλωση των ψηφιακών μέσων, πολλοί είχαν προβλέψει ότι η παλιά αναλογική τεχνολογία θα κατέληγε οριστικά στο περιθώριο.
Μπορεί σε αρκετούς τομείς αυτό να έχει σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιωθεί, στη μουσική όμως τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια αξιοσημείωτη επιστροφή: η αγορά δίσκων βινυλίου αναβιώνει. Όλο και περισσότεροι «ιππότες» του βινυλίου –όχι μόνο παλιοί συλλέκτες, αλλά και νεότερες γενιές– αναζητούν παλιά αντίτυπα, επανεκδόσεις ή και νέες κοπές.
Χαρακτηριστικό της τάσης είναι ότι την τελευταία δεκαετία ανοίγουν συνεχώς νέα δισκοπωλεία, τα οποία έρχονται να προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα, ανταποκρινόμενα στην ανανεωμένη ζήτηση.
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ επισκέφθηκε ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά δισκοπωλεία της Αθήνας, καταγράφοντας από κοντά την ανοδική πορεία του ενδιαφέροντος για τον αναλογικό ήχο.
Από τη νοσταλγία στην αισθητική επιλογή
Στο οδοιπορικό, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες συμφωνούν ότι η επιστροφή στο βινύλιο δεν αποτελεί μόνο ένα κύμα νοσταλγίας, αλλά και συνειδητή αισθητική επιλογή. Ο Σπύρος Παπανικολάου από το Vinyl City (λειτουργεί από το 1993) σημειώνει ότι ο κόσμος στρέφεται στο βινύλιο «γιατί το γουστάρει, γιατί είναι ο αναλογικός, ζεστός, ήχος, είναι το συλλεκτικό κομμάτι, η όλη διαδικασία να βάζεις το δίσκο πάνω στο πικάπ, να τον ακούς. Καταλαβαίνεις ότι αγαπάς μία μπάντα όταν έχεις έχεις το δίσκο της στην κατοχή σου, καταλαβαίνεις τι σου λέει, ο δίσκος είναι κομμάτι της».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Γιώργος Κανελλόπουλος από το Old School υποστηρίζει: «Θεωρώ ότι το βινύλιο είναι διαχρονικό πράγμα και νομίζω ο ψηφιακός ήχος κούρασε τον κόσμο. Οπότε τώρα θέλει και γυρίζει στα αναλογικά μέσα, όπως το βινύλιο και η κασέτα. Ακόμη κι η διαδικασία να ανοίξεις τον δίσκο, να τον δεις, να τον θαυμάσεις είναι διαφορετικό φορμάτ και προϊόν και ο ήχος και το εξώφυλλο, όλα παίζουν ρόλο».
Ο Φίλιππος Κουντουράς από το Underflow, που άνοιξε το 2015 και λειτουργεί και ως εναλλακτικός χώρος μουσικών παρουσιάσεων στην οδό Καλιρρόης, εξηγεί πως «τόσο οι παλιοί, όσο κι οι νεώτερες γενιές φτιάχνουν τα παλιά τους πικάπ και το ξαναχρησιμοποιούνε ή αγοράζουν καινούργια πικάπ. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί όσο αυξάνεται ο αριθμός αυτών που αγοράζουν πικάπ, τόσο αυξάνονται και οι πωλήσεις των δίσκων σαφώς και έρχονται συλλέκτες. Κι οι συλλέκτες αυξάνονται γιατί αφού ξαναγυρνάνε στο βινύλιο ψάχνουν να βρούν και τα ιστορικά πράγματα και να ξαναφτιάχνουν τη δική του συλλογή και δισκοθήκη».
Η Ελένη Νεουδάκη, ιδιοκτήτρια του Record House στη Νέα Σμύρνη (λειτουργεί από το 1973), επισημαίνει ότι «στην αναζήτηση έχουν μπει και τα πιτσιρίκια, η νέα γενιά έχει αρχίσει να μπαίνουν πάρα πολύ μέσα στην αγορά βινυλίου, από γονείς, θείους, νονούς, που είχαν συστήματα και τα έχουν βγάλει για να τα ανακαινίσουν, άλλοι αγοράζουν καινούργια ή χρησιμοποιούν τα παλιά τους».

Αντίστοιχα, ο Λάζαρος από το ιστορικό Discobole στα Εξάρχεια σημειώνει: «Έχει ανακάμψει η αγορά στα πικ απ και τα στερεοφωνικά κι αυτό είναι που βοηθά το βινύλιο να κινηθεί γιατί όλοι αναβαθμίζουν τα πικ απ στο σπίτι, το ηχοσύστημά τους, μεγαλώνουν τη συλλογή τους σε βινύλια, που κι αισθητικά να το δούμε είναι ωραίο. Κι αυτό είναι που δίνει ώθηση στις πωλήσεις».
Ποιοι αγοράζουν σήμερα βινύλιο
Το κοινό δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς συλλέκτες. Όπως τονίζουν οι ιδιοκτήτες, πλέον εμφανίζονται νέες ηλικίες που «σκαλίζουν» κλασικά άλμπουμ, ενώ παράλληλα κυριαρχεί ένας μουσικός συγκρητισμός, διαφορετικός από την πιο «ταυτοτική» προσήλωση του παρελθόντος σε ένα μόνο είδος.
«Στο κατάστημα έρχονται από τις μεγαλύτερες έως τις μικρότερες ηλικίες. Μπορώ να πώ ότι έχουμε από 14χρονους πελάτες μέχρι 80χρονους», αναφέρει ο ιδιοκτήτης του Underflow. Ο Γιώργος Κανελλόπουλος από το Old School προσθέτει: «όπως πάντα το νεανικό κοινό, από 18-30 ετών, είναι εκείνο που είναι πιο δυναμικό… Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που ξανα-ανακαλύπτουν το βινύλιο, όπως κι εκείνοι που μετά χρόνια θέλουν να ξαναφτιάξουν τη δισκοθήκη τους».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο ιδιοκτήτης του Disque Noir (λειτουργεί από το 2013) ξεκαθαρίζει: «Δε θα έλεγα πως δουλεύω με συλλέκτες, αλλά γενικότερα με ανθρώπους που ακούνε μουσική… το ηλικιακό φάσμα των πελατών μας κινείται από πολύ νέους, των 13 ετών, μέχρι και 70άρηδες».
Ο ιδιοκτήτης του Strange Attractor, που από το 2002 επιμένει στη «φυσική» εμπειρία του δισκάδικου χωρίς online παραγγελίες, σημειώνει: «Είμαι παλαιού τύπου, οι πελάτες δεν είναι μόνο παλαιού τύπου όμως, αλλά και νέα παιδιά». Από την πλευρά του, ο Γιάννης Μαύρος από τον Mr Vinylio (Μοναστηράκι, 1993) παρατηρεί: «Τα τελευταία χρόνια έχει φύγει η παλιά γενιά κι έχει μπει η καινούργια… Πουλάμε και κλασσικό ροκ, αλλά τώρα φεύγουν άλλα πράγματα, ό,τι θέλει η νεολαία».

Δισκογραφικές, συγκροτήματα και η «υπογραφή» του δίσκου
Η αναθέρμανση της αγοράς επηρεάζει και τις δισκογραφικές, αλλά και τα συγκροτήματα, τα οποία επανέρχονται στο βινύλιο. Ο Φίλιππος Κουντουράς σημειώνει: «Μέχρι στιγμής έχουμε βγάλει 14 δίσκους… Ο δίσκος είναι η πιο σημαντική υπογραφή… είναι χειροπιαστό, απόδειξη ότι το κατέχουμε στη συλλογή μας… αλλά πάντα το βινύλιο έχει την άλλη αίγλη». Ο Σπύρος Παπανικολάου από το Vinyl City εξηγεί: «Πλέον, υπάρχουνε πολλά συγκροτήματα που επιλέγουν να βγάζουνε και βινύλιο… Το streaming και αυτά δεν διαρκεί, δεν υπάρχει τρόπος άμα αγαπάς ένα συγκρότημα να έχεις τη μουσική τους στην κατοχή σου άρα βγάζουνε και βινύλια».
Τουρίστες, γυναίκες και ένα κοινό που αλλάζει
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στη διαφοροποίηση της πελατείας, καθώς, όπως αναφέρεται, αυξάνεται η παρουσία γυναικών αλλά και τουριστών, ειδικά σε περιοχές όπως το Μοναστηράκι και τα Εξάρχεια. Η Ξανθίππη από τον «Ζαχαρία» (Μοναστηράκι, 1994) λέει: «πλέον έχουμε δει ένα διαφορετικό κοινό να προσεγγίζει το βινύλιο… Νέα παιδιά και αρκετές κοπέλλες… τώρα βλέπω όλο και περισσότερες να ψάχνουν… Αυτό είναι παρήγορο για τη νέα γενιά, ας ελπίσουμε πως θα συνεχισθεί». Αντίστοιχα, ο Γιώργος Κανελλόπουλος υπογραμμίζει: «Υπάρχει και το τουριστικό ρεύμα… Γιατί είναι και το ρεμπέτικο που αναζητούν, το ελληνικό μπλουζ κι αυτό είναι μία άλλη πτυχή των πωλήσεων».

Τι ζητά η νέα γενιά και το ζήτημα των τιμών
Το τι αγοράζει το κοινό ποικίλλει: από κλασικό ροκ και τζαζ μέχρι ποπ, χιπ χοπ και λαϊκά. Στο κέντρο της συζήτησης μπαίνει όμως και το κόστος. Ο Γιώργος Κανελλόπουλος τονίζει: «Όσον αφορά τις καινούργιες κυκλοφορίες… η τιμή… κυμαίνεται γύρω στα 30 με35 ευρώ…» και προσθέτει πως για πολλούς η αγορά δίσκου μοιάζει «σχεδόν ηρωϊκή». Ο Λάζαρος από το Discobole συμπληρώνει: «Βλέπουμε πολύ μεγάλη αύξηση στις τιμές… Βλέπουμε και βινύλιο που φθάνουν έως και 60 ευρώ…».
Παρά τις «αλμυρές» τιμές, οι συλλέκτες και οι νέοι φίλοι του βινυλίου δεν δείχνουν να πτοούνται. Η αντοχή των δισκάδικων στο πέρασμα των δεκαετιών, αλλά και η συνεχής είσοδος νέων ανθρώπων στο «κυνήγι» παλιών και νέων κοπών, δείχνουν ότι το βινύλιο -ως ήχος, αντικείμενο και εμπειρία- δύσκολα θα βγει από το κάδρο, όποια κι αν είναι η μόδα της εποχής.