Η αντίστροφη μέτρηση για την αποκάλυψη της υπόθεσης κατασκοπείας ξεκίνησε από τα γραφεία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Συγκεκριμένα στοιχεία που περιήλθαν στη γνώση της ΕΥΠ έθεσαν υπό παρακολούθηση τις δραστηριότητες ενός μεσήλικα ανώτερου αξιωματικού, ο οποίος υπηρετούσε σε σχηματισμό υψηλής κρισιμότητας για την εθνική άμυνα.
Η έρευνα, σύμφωνα με πληροφορίες, κατέδειξε πως ο ένστολος είχε πρόσβαση σε διαβαθμισμένα αρχεία που αφορούν όχι μόνο την Αεροπορία, αλλά και άλλους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η επιχείρηση και οι βαριές κατηγορίες
Με μια συντονισμένη επιχείρηση εντός στρατιωτικού χώρου (σύμφωνα με πληροφορίες σε στρατόπεδο της Αττικής) και παρουσία εισαγγελέα, οι αρχές προχώρησαν στην ακινητοποίηση του στελέχους. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση από το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας, «την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, τις πρωινές ώρες, οι αρμόδιες στρατιωτικές αρχές προέβησαν στη σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων».
Η ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ διευκρινίζει πως η σύλληψη πραγματοποιήθηκε «κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα».
Οι πληροφορίες που έρχονται στο φως προσδίδουν στην υπόθεση χαρακτηριστικά θρίλερ με γεωπολιτικές προεκτάσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες ο συλληφθείς φέρεται να είναι διοικητής μονάδας με πρόσβαση σε νατοϊκές πληροφορίες.
Ο αξιωματικός φέρεται να μετέφερε άκρως απόρρητα στοιχεία σε υπερδύναμη που αποτελεί τον κυριότερο ανταγωνιστή των ΗΠΑ.
Η ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ
«Την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, τις πρωινές ώρες, οι αρμόδιες στρατιωτικές αρχές προέβησαν στη σύλληψη στελέχους των Ενόπλων Δυνάμεων. Η εν λόγω σύλληψη έλαβε χώρα εντός στρατιωτικού χώρου, σε συνεργασία και συντονισμό με λοιπές κρατικές υπηρεσίες (παρουσία εξουσιοδοτημένου εισαγγελικού οργάνου), κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα».