ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Πώς τα ελληνικά ψάρια βρέθηκαν σε καναδική ιδιοκτησία

Η εξαγορά ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών από καναδικές εταιρείες αλλάζει το τοπίο της παραγωγής τσιπούρας και λαβρακιού, επηρεάζοντας την τοπική οικονομία και τις εξαγωγές.

Στα νερά του Αιγαίου και του Ιονίου, εκατοντάδες θαλάσσιοι κλωβοί κρατούν μέσα τους ένα από τα πιο εξαγώγιμα προϊόντα της ελληνικής οικονομίας. Τσιπούρα και λαβράκι, ψάρια που τρώνε οι Ευρωπαίοι στα εστιατόρια χωρίς να ξέρουν ότι μεγάλωσαν σε ελληνικά νερά, από εταιρείες που για δεκαετίες αποτελούσαν έναν από τους λίγους κλάδους που έβγαζαν πραγματικό συνάλλαγμα στη χώρα.

Πίσω από αυτή την παραγωγή στέκονταν για δεκαετίες τρεις εταιρείες που έγραψαν την ιστορία του κλάδου: ο Νηρέας, η Σελόντα και η Ανδρομέδα. Οι δύο πρώτες ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Η Ανδρομέδα παρέμεινε ιδιωτική, μικρότερη, πιο επιθετική, και μοναδική στο να έχει παραγωγή και στην ανατολική και στη δυτική Μεσόγειο.

Η κρίση του 2010 βρήκε και τις τρεις υπερχρεωμένες και ευάλωτες. Οι εταιρείες επέζησαν υπό τραπεζική επιτήρηση αλλά δεν μπόρεσαν να σταθούν μόνες.

Το μεγάλο στοίχημα του 2018

Τον Ιούνιο του 2018, το αμερικανικό fund Amerra Capital Management και το κρατικό επενδυτικό ταμείο του Αμπού Ντάμπι Mubadala υπέγραψαν συμφωνία για την εξαγορά της Σελόντα και του Νηρέα, με σκοπό τη συγχώνευσή τους με την Andromeda Group που ήδη είχε εξαγοραστεί από την Amerra. Το σχέδιο ήταν απλό και φιλόδοξο: να δημιουργηθεί ένας ευρωπαίος πρωταθλητής στην ιχθυοκαλλιέργεια. Η λογική της ενοποίησης εμπεριείχε οικονομίες κλίμακας, ενιαίο brand και διαπραγματευτική ισχύ στις διεθνείς αγορές.

Όμως η κατάσταση των εταιρειών που εξαγοράζονταν δεν άφηνε πολλά περιθώρια. Ο Νηρέας πουλήθηκε έναντι 10 εκατ. ευρώ, αλλά χρωστούσε 176 εκατ. ευρώ και Σελόντα έναντι 1 ευρώ, με χρέος 171 εκατ. ευρώ. Δύο σχεδόν χρεοκοπημένες εταιρείες έγιναν ο πυρήνας ενός φιλόδοξου deal.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε τη συγχώνευση τον Φεβρουάριο του 2019, αφού πρώτα ζήτησε αποεπένδυση μέρους των μονάδων παραγωγής για λόγους ανταγωνισμού. Η εξαγορά Νηρέα και Σελόντα ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2019, και λίγο αργότερα ήρθε η Περσεύς, ο παραγωγός ιχθυοτροφών που συμπλήρωνε την κάθετη ενοποίηση.

Η Avramar

Επικεφαλής του σχήματος τοποθετήθηκε ο Alex Myers, Ελληνοαμερικανός διευθύνων σύμβουλος με καριέρα σε Carlsberg και Unilever. Τον Ιανουάριο του 2021, σε παρουσίαση προς τα στελέχη του ομίλου, ανακοίνωσε το νέο όνομα και το νέο σχήμα. Το όνομα συνδύαζε την ελληνική λέξη «αύρα» και την ισπανική «mar»: Avramar. Ο όμιλος διέθετε 72 μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, 12 συσκευαστήρια, εξαγωγές σε 35 χώρες, τζίρο 400 εκατ. ευρώ και 2.300 εργαζομένους. Ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός τσιπούρας και λαβρακιού στον κόσμο.

Ο Myers αποχώρησε από την Avramar τον Δεκέμβριο του 2021. Τον Ιανουάριο του 2022, ενώ ήταν σε διακοπές με την οικογένειά του, πέθανε ξαφνικά. Στον όμιλο που άφησε πίσω, τα προβλήματα άρχιζαν να μεγαλώνουν.

Η πτώση

Τα προβλήματα ενσωμάτωσης σε συνδυασμό με την πανδημία, ανέτρεψαν κάθε επιχειρηματικό πλάνο. Την άνοιξη του 2023, βυθισμένη σε χρέη άνω των 350 εκατ. ευρώ, η Avramar ανακοίνωσε ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της.

Η Mubadala αποχώρησε. Οι τέσσερις πιστώτριες τράπεζες – Πειραιώς, Alpha, Eurobank και Εθνική – έδωσαν δάνειο 20 εκατ. ευρώ με αυστηρή προϋπόθεση: αλλαγή διοίκησης και άμεση αναδιάρθρωση. Η Deloitte Greece ορίστηκε σύμβουλος αναδιάρθρωσης και, αργότερα, σύμβουλος πώλησης.

Το χρονικό της πώλησης

Kατατέθηκαν τρεις δεσμευτικές προσφορές: από την ισπανική Atitlan, την Aqua Bridge Group από τα Εμιράτα και το ελληνικό fund Diorasis. Η Deloitte αξιολόγησε ως πλέον συμφέρουσα την πρόταση της Aqua Bridge, που προέβλεπε διαγραφή περίπου 70% των τρεχουσών υποχρεώσεων. Τον Ιανουάριο του 2025, η Aqua Bridge ανακοινώθηκε επίσημα ως αγοραστής.

Η συμφωνία όμως δεν ολοκληρώθηκε με το αμερικανικό fund Amerra να αρνείται να υπογράψει χωρίς αποζημίωση για να εγκαταλείψει τη θέση της. Η Aqua Bridge βγήκε από το παιχνίδι.

Ωστόσο, ένας άλλος παίκτης παρακολουθούσε προσεκτικά.

Η καναδική εταιρεία που δεν αποτυγχάνει δύο φορές

Η Cooke ξεκίνησε το 1985 ως οικογενειακή φάρμα σολομού στο Blacks Harbour του Νιού Μπράνσγουικ, με ξύλινες δεξαμενές και 5.000 ψάρια. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη εταιρεία θαλασσινών στον κόσμο, με 13.000 εργαζομένους σε 14 χώρες και ετήσια έσοδα περίπου 4 δισ. δολάρια Καναδά.

Η Cooke δεν ήταν άγνωστη στον ελληνικό χάρτη. Το 2019 είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για μονάδες παραγωγής της Σελόντα που διατίθονταν στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης αλλά η Diorasis την κέρδισε με υψηλότερη προσφορά. Επτά χρόνια αργότερα, η ευκαιρία επέστρεψε, αυτή τη φορά για ολόκληρο τον όμιλο.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Cooke ανακοίνωσε στους πιστωτές ότι εξαγόρασε το σύνολο των μετοχών της Avramar Seafood S.L., της ισπανικής μητρικής, καθιστώντας τον εαυτό της έμμεσο μέτοχο στην Avramar Ελλάδας και εξαλείφοντας την Amerra ως συνομιλητή των τραπεζών. Τον Μάρτιο υπέγραψε και για το χρέος.

Το deal

Στο πακέτο περιλαμβάνονται ιχθυογεννητικοί σταθμοί, θαλάσσιες μονάδες εκτροφής, εγκαταστάσεις επεξεργασίας και συσκευασίας, καθώς και παραγωγή ιχθυοτροφών, μια κάθετα ολοκληρωμένη δομή παραγωγής με ιστορία από το 1981.

Η ολοκλήρωση της συναλλαγής τελεί υπό την αίρεση υπογραφής οριστικών συμβάσεων και τυπικών εγκριτικών διαδικασιών.

Για τη Cooke, η Avramar δεν είναι μια ακόμα εξαγορά στη λίστα όσων έχει ήδη στα σκαριά. Είναι η είσοδος στην ανατολική Μεσόγειο, στα νερά όπου η τσιπούρα και το λαβράκι που τρώνε οι Ευρωπαίοι έχουν ελληνική διεύθυνση.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ