Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή ενεργειακή αβεβαιότητα, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί αναταράξεις στις αγορές και εκτινάσσει το κόστος των ορυκτών καυσίμων, την ώρα που οι Αρχές αδυνατούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τα διαθέσιμα αποθέματα. Την ίδια στιγμή που αεροπορικές εταιρείες καθηλώνουν πτήσεις και κυβερνήσεις καλούν τους πολίτες να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους, αναδεικνύεται ένα κρίσιμο πρόβλημα: κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσα καύσιμα διαθέτει η ήπειρος.
Η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς η σύγκρουση στο Ιράν αυξάνει τον ενεργειακό λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απειλεί να διακόψει τη ροή προμηθειών μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενός κομβικού διαδρόμου για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι η κρίση κοστίζει στην ΕΕ σχεδόν 500 εκατ. ευρώ ημερησίως σε αυξημένες ενεργειακές δαπάνες, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει δώσει εντολή για προετοιμασία ενδεχόμενου παρατεταμένου αποκλεισμού του Ιράν, γεγονός που ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της DHL Group, Τομπίας Μάγερ, υπάρχει ορατότητα όσον αφορά τις ενεργειακές δεσμεύσεις έως τον Μάιο και τον Ιούνιο, ωστόσο η εικόνα πέρα από αυτό το χρονικό σημείο παραμένει ασαφής. Αν και υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα, δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πόσο έχουν χρησιμοποιηθεί.
Οι ευρωπαϊκές αρχές διαθέτουν μερική πληροφόρηση, καθώς τα κρατικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι γενικά διαφανή και ενημερωμένα, ενώ πραγματοποιούνται τακτικές συναντήσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών, σύμφωνα με ανάλυση του Politico. Ωστόσο, πέρα από αυτά, οι αξιωματούχοι έχουν περιορισμένα δεδομένα για το πότε ενδέχεται να εξαντληθούν τα αποθέματα, κάτι που δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο λήψης αποφάσεων βασισμένων σε ελλιπή στοιχεία.

Σε σύνοδο υψηλού επιπέδου τον προηγούμενο μήνα, υπουργοί από το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Ισπανία υπογράμμισαν τα κενά στη γνώση, ζητώντας καλύτερο συντονισμό και παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο, ιδιαίτερα για τα διυλισμένα προϊόντα. Εκπρόσωπος της Ελλάδας πρότεινε ακόμα και τη δημιουργία καναλιού επικοινωνίας μέσω WhatsApp ή Signal μεταξύ των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ανώτερος αξιωματούχος ευρωπαϊκού υπουργείου Ενέργειας ανέφερε ότι υπάρχει πολύ περιορισμένη γνώση για την αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και για τις ροές και τις μετακινήσεις των καυσίμων, επισημαίνοντας την έλλειψη επαρκούς παρακολούθησης της αγοράς.
Η κατάσταση είναι ακόμα πιο θολή όσον αφορά τα διυλισμένα καύσιμα όπως το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών. Η ΕΕ βασίζεται κυρίως στα στοιχεία της Eurostat και σε συντονιστικές συναντήσεις, ωστόσο μεγάλο μέρος των αποθεμάτων βρίσκεται σε ιδιωτικές εγκαταστάσεις, με τις εταιρείες να μην υποχρεούνται να δημοσιοποιούν ευαίσθητα επιχειρηματικά δεδομένα.
Ακόμη και τα δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, ο οποίος συντόνισε την απελευθέρωση 400 εκατ. βαρελιών πετρελαίου τον προηγούμενο μήνα, παραμένουν περιορισμένα. Όπως σημείωσε αξιωματούχος της Επιτροπής, η ποιότητα της πληροφόρησης εξαρτάται από τα στοιχεία που παρέχονται, ενώ εκφράζονται ανησυχίες για την ακρίβειά τους.
Από την έναρξη του πολέμου, οι υπουργοί Ενέργειας έχουν καλέσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενισχύσει τη δυνατότητα αξιολόγησης των αποθεμάτων καυσίμων σε όλη την ήπειρο. Η Επιτροπή έχει ήδη ανακοινώσει σχέδια για τη δημιουργία ενός «Παρατηρητηρίου Καυσίμων», που θα παρακολουθεί την παραγωγή, τις εισαγωγές, τις εξαγωγές και τα αποθέματα καυσίμων μεταφορών.
Το φυσικό αέριο αποτελεί το πιο εύκολα παρακολουθήσιμο καύσιμο, αν και όχι χωρίς προβλήματα. Οι κανόνες που θεσπίστηκαν μετά την κρίση του 2022 υποχρεώνουν τα κράτη να διατηρούν τα αποθέματα στο 90% της χωρητικότητας έως τον χειμώνα, γεγονός που επιτρέπει καλύτερη εικόνα των αποθεμάτων, αλλά όχι των ροών και του εμπορίου.
Τα στοιχεία της Eurostat για τα πετρελαϊκά προϊόντα είναι σποραδικά και όχι συχνά επικαιροποιημένα. Τα τελευταία πλήρη δεδομένα αφορούν τον Ιανουάριο, όταν οι περισσότερες χώρες της ΕΕ πληρούσαν την υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων 90 ημερών, κυρίως σε αργό πετρέλαιο, ντίζελ και πρώτες ύλες.

«Ομιχλώδες» ενεργειακό τοπίο εν μέσω γεωπολιτικής κρίσης
Ωστόσο, η τρέχουσα κατάσταση παραμένει ασαφής, με αξιωματούχους να παραδέχονται ότι γνωρίζουν τι θα έπρεπε να υπάρχει σε αποθέματα, αλλά όχι τι υπάρχει πραγματικά ανά πάσα στιγμή. Η έλλειψη στοιχείων είναι ακόμη πιο έντονη για προϊόντα όπως το ντίζελ, η βενζίνη και τα καύσιμα αεροσκαφών, καθώς οι ιδιωτικές εταιρείες δεν επιθυμούν να κοινοποιήσουν πληροφορίες.
Η εικόνα που υπάρχει δεν είναι καθησυχαστική. Τα αποθέματα φυσικού αερίου ήταν ήδη χαμηλά πριν από την επίθεση στο Ιράν, κάτω από το 30% της χωρητικότητας, λόγω της αυξημένης κατανάλωσης τον χειμώνα. Η αναπλήρωσή τους εξαρτάται από τα κίνητρα της αγοράς, ωστόσο ο πόλεμος ενδέχεται να ανατρέψει τη συνήθη ισορροπία τιμών.
Η αναδιάταξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μετά το μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ επιδεινώνει την κατάσταση. Τα δεξαμενόπλοια κατευθύνονται πλέον απευθείας προς την Ασία από τη Δυτική Αφρική και τις ΗΠΑ, περιορίζοντας τις διαθέσιμες ποσότητες για την Ευρώπη, παρότι οι παραδόσεις παραμένουν εντός του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας.

Τα αποθέματα αργού πετρελαίου μπορούν να παρακολουθούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο μέσω δορυφορικών δεδομένων, ωστόσο αυτό δεν ισχύει για όλα τα αποθέματα, όπως αυτά στην Κίνα ή υπόγειες εγκαταστάσεις στην Ευρώπη. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι τα ευρωπαϊκά αποθέματα ήταν ήδη χαμηλά τον Φεβρουάριο, ενώ δεν υπάρχουν πλήρη δεδομένα για τον Μάρτιο.
Η παρακολούθηση των καυσίμων αεροσκαφών είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς βασίζεται κυρίως σε εθελοντικές δηλώσεις εταιρειών. Αντίθετα, προϊόντα όπως η νάφθα είναι πιο εύκολο να καταγραφούν, με στοιχεία να δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή πετροχημική βιομηχανία επωφελείται προσωρινά από τη μείωση προμηθειών από τη Μέση Ανατολή και την Ασία.
Παρά τα δεδομένα που συλλέγονται, η αξιοπιστία τους παραμένει υπό αμφισβήτηση. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, οι πληροφορίες μπορούν να δώσουν μια γενική κατεύθυνση, αλλά δεν θεωρούνται απολύτως αξιόπιστες για κρίσιμες αποφάσεις, αφήνοντας την Ευρώπη να κινείται μέσα σε ένα «ομιχλώδες» ενεργειακό τοπίο εν μέσω γεωπολιτικής κρίσης.