ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Κρίσιμα ορυκτά υπό «ασφυξία» περιορισμών: Πενταπλάσια εμπόδια στις εξαγωγές από το 2009

Η έρευνα του ΟΟΣΑ αποκαλύπτει την αυξανόμενη πίεση στις εξαγωγές κρίσιμων υλών, επηρεάζοντας την άμυνα, την τεχνολογία και την πράσινη ενέργεια, παρά τις διεθνείς προσπάθειες διαφοροποίησης.

Σημαντική αύξηση καταγράφεται στους περιορισμούς εξαγωγών κρίσιμων πρώτων υλών, οι οποίοι έχουν πενταπλασιαστεί από το 2009, παρά τις συνεχείς προσπάθειες των ανεπτυγμένων οικονομιών να διαφοροποιήσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, σύμφωνα με νέα έρευνα του ΟΟΣΑ. Η ανάλυση επικεντρώνεται σε βασικά συστατικά για την άμυνα, την τεχνολογία και την πράσινη ενέργεια, αποκαλύπτοντας ότι όλο και περισσότερες χώρες επιβάλλουν ελέγχους στις εξαγωγές.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν σημειώσει περιορισμένη πρόοδο στην αντιμετώπιση των «στενωπών» κρίσιμων ορυκτών, παρά τις προειδοποιήσεις πριν από 15 χρόνια, όταν η Κίνα επέβαλε de facto εμπάργκο στις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς την Ιαπωνία, μετά από διπλωματική ένταση για καταγγελίες κατασκοπείας. Όπως δήλωσε η επικεφαλής της διεύθυνσης εμπορίου και γεωργίας του ΟΟΣΑ, Μάριον Γιάνσεν, «η Κίνα διέκοψε προσωρινά την πρόσβαση σε σπάνιες γαίες το 2011 και από τότε δεν έχουν αλλάξει πολλά όσον αφορά την έκθεση σε αυτόν τον κίνδυνο», προσθέτοντας ότι «η χρήση περιορισμών εξαγωγών αυξάνεται επί 15 συνεχόμενα χρόνια. Η καμπύλη επιβραδύνεται αλλά εξακολουθεί να αυξάνεται».

Η ανάλυση του ΟΟΣΑ δημοσιοποιήθηκε εν μέσω εντεινόμενων προσπαθειών των 38 μελών του οργανισμού να ενισχύσουν τις προμήθειες κρίσιμων υλικών. Η Κίνα παράγει περίπου το 70% των σπάνιων γαιών και του γραφίτη παγκοσμίως, καθώς και πάνω από το 90% ορισμένων κρίσιμων στοιχείων για την προηγμένη βιομηχανία, όπως το νεοδύμιο-πρασεοδύμιο που χρησιμοποιείται σε μόνιμους μαγνήτες και το μέταλλο γερμάνιο που χρησιμοποιείται στις οπτικές ίνες.

Παρότι ορισμένες οικονομίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν μειώσει ελαφρώς την εξάρτησή τους από την κινεζική κυριαρχία, ο κίνδυνος παραμένει, σύμφωνα με τους Financial Times. Αυτό έγινε εμφανές εκ νέου πέρυσι, όταν το Πεκίνο περιόρισε προσωρινά τις προμήθειες σπάνιων γαιών προς αμερικανούς και ευρωπαίους κατασκευαστές, ως απάντηση στην απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αυξήσει τους δασμούς στο 145%, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η μελέτη παρουσιάστηκε σε συνέδριο του ΟΟΣΑ στην Κωνσταντινούπολη, με στόχο την ενίσχυση των επενδύσεων στην παραγωγή κρίσιμων ορυκτών, αναδεικνύοντας τη δυσκολία περιορισμού της κυριαρχίας της Κίνας στην παραγωγή σπάνιων γαιών. Κατά την έναρξη του συνεδρίου, ο υπουργός Εμπορίου της Τουρκίας, Ομέρ Μπολάτ, υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας ενός «δίκαιου και προβλέψιμου» περιβάλλοντος στο εμπόριο κρίσιμων πρώτων υλών και προειδοποίησε για την «εργαλειοποίηση» των σημείων ελέγχου της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όπως τόνισε, «οι απρόβλεπτοι περιορισμοί, ο μη διαφανής ανταγωνισμός επιδοτήσεων και η εργαλειοποίηση των εξαρτήσεων εφοδιασμού δημιουργούν κόστος για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία».

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, από την αντιπαράθεση του 2010 με την Ιαπωνία έως σήμερα, το ποσοστό των κρίσιμων ορυκτών που καλύπτονται από περιορισμούς, όπως έλεγχοι εξαγωγών, ποσοστώσεις και απαιτήσεις αδειοδότησης, αυξήθηκε σημαντικά, από 12,4% το 2009 σε 16% το 2024. Η βάση δεδομένων του οργανισμού καταγράφει μέτρα που «είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι περιορίζουν την εξαγωγική δραστηριότητα», όπως φόρους, ελέγχους και καθεστώτα αδειοδότησης, για 65 στρατηγικά βιομηχανικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων 57 ορυκτά και μέταλλα.

Ωστόσο, ο μέσος όρος αποκρύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά προϊόν. Την περίοδο 2022-2024, περίπου το 70% των παγκόσμιων εξαγωγών κοβαλτίου και μαγγανίου υπόκεινται σε τουλάχιστον έναν περιορισμό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις σπάνιες γαίες ανέρχεται στο 45%. Από το 2009, οικονομίες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία έχουν μειώσει οριακά την έκθεσή τους, ενώ χώρες με μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Νότια Κορέα, έχουν δει τον κίνδυνο να αυξάνεται σημαντικά.

Η πρόσφατη αύξηση των περιορισμών αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση των ελέγχων στις εξαγωγές μετάλλων σκραπ και ηλεκτρονικών αποβλήτων, καθώς οι χώρες στρέφονται στην ανακύκλωση για να ενισχύσουν τις εγχώριες προμήθειες κρίσιμων υλικών. Παράλληλα, οι περιορισμοί έχουν επεκταθεί γεωγραφικά. Την περίοδο 2009-2014, οι πέντε χώρες με τα περισσότερα μέτρα ήταν η Ινδία, η Κίνα, η Αργεντινή, το Βιετνάμ και το Μπουρούντι, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε πάνω από το ήμισυ των συνολικών περιορισμών.

Ωστόσο, το 2024 η λίστα διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας χώρες πλούσιες σε φυσικούς πόρους στην Αφρική και την Ασία, όπως η Μιανμάρ, η Σιέρα Λεόνε, η Νιγηρία, η Αγκόλα, η Ρουάντα και το Καζακστάν.

Ειδικοί στο εμπόριο επισημαίνουν ότι η αύξηση των περιορισμών αντανακλά τη γενικότερη διάσπαση του πολυμερούς εμπορικού συστήματος, η οποία ενισχύθηκε από διαδοχικές κρίσεις, όπως η πανδημία Covid-19, η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο πόλεμος στο Ιράν.

Παράλληλη ανάλυση της πρωτοβουλίας Global Trade Alert για ευρύτερους περιορισμούς εξαγωγών από το 2009, που περιλαμβάνουν αγροτικά προϊόντα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, προϊόντα πληροφορικής και ιατρικά αγαθά, κατέδειξε ότι τα μέτρα αυξάνονται ακόμη και αν εξαιρεθούν εκείνα που σχετίζονται με κρίσεις. Όπως δήλωσε ο ιδρυτής της πρωτοβουλίας και ειδικός στο εμπόριο της IMD Business School στη Λωζάνη, Σιμόν Έβενετ, «ο αριθμός των παρεμβάσεων στην εξαγωγική πολιτική που βρίσκονται σε ισχύ είναι πλέον πάνω από δέκα φορές μεγαλύτερος από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας».

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ