Στην επιλογή των χαμηλότερων ασφαλιστικών κατηγοριών στρέφεται η συντριπτική πλειονότητα των μη μισθωτών για το 2026, με άμεσες συνέπειες για το ύψος των μελλοντικών συντάξεων. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι περισσότεροι από 8 στους 10 ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες επέλεξαν την 1η ή τη 2η κατηγορία, αναζητώντας ανάσα στο αυξημένο κόστος των εισφορών.
Η εικόνα αποτυπώνει την οικονομική πίεση που δέχονται χιλιάδες ασφαλισμένοι, καθώς οι εισφορές έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Από το 2020 έως και το 2026, η επιβάρυνση έχει φτάσει συνολικά το 18,2%, γεγονός που οδηγεί πολλούς στην επιλογή της φθηνότερης δυνατής λύσης, ακόμη κι αν αυτή συνεπάγεται χαμηλότερη σύνταξη στο μέλλον.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, πάνω από ένα εκατομμύριο μη μισθωτοί, σε σύνολο περίπου 1,4 εκατομμυρίων ασφαλισμένων στον ΕΦΚΑ, κατέληξαν στην κατώτερη εισφορά, η οποία ανέρχεται σε 250,77 ευρώ μηνιαίως. Στον αντίποδα, μόλις λίγες χιλιάδες επέλεξαν την ανώτατη κατηγορία, με μηνιαία επιβάρυνση που ξεπερνά τα 675 ευρώ.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, δημιουργεί ένα σαφές αποτύπωμα για το μέλλον. Εκτιμάται ότι περισσότεροι από 1,1 εκατομμύρια ασφαλισμένοι θα οδηγηθούν σε συντάξεις που δύσκολα θα ξεπερνούν τα 890 ευρώ μεικτά, ακόμη και μετά από 40 χρόνια ασφάλισης. Σε περιπτώσεις μικρότερου ασφαλιστικού βίου, τα ποσά υποχωρούν ακόμη περισσότερο.
Η τάση αυτή δεν είναι καινούργια. Ξεκίνησε με τη μεταρρύθμιση του 2016 και παγιώθηκε τα επόμενα χρόνια, όταν θεσπίστηκε το σύστημα των σταθερών ασφαλιστικών κατηγοριών. Έκτοτε, η πλειονότητα των μη μισθωτών παραμένει στις χαμηλές κλίμακες, επιλέγοντας τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση έναντι της μελλοντικής ανταποδοτικότητας.

Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας πρέπει να γίνεται με βάση τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του ασφαλισμένου. Όπως τονίζουν, η μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα κάλυψης των εισφορών ενδέχεται να οδηγήσει σε συσσώρευση οφειλών, γεγονός που μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο ακόμη και για τη συνταξιοδότηση.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο χρόνος ασφάλισης που απομένει μέχρι τη συνταξιοδότηση. Ο υπολογισμός της σύνταξης βασίζεται στον μέσο όρο των εισφορών από το 2002 και μετά, γεγονός που σημαίνει ότι αλλαγές κατηγορίας τα τελευταία χρόνια του εργασιακού βίου έχουν περιορισμένη επίδραση στο τελικό ποσό.
Την ίδια στιγμή, η αύξηση των εισφορών συνδέεται άμεσα και με το κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών, καθώς αυτό επηρεάζεται από την κατηγορία που έχει επιλεγεί κάθε χρόνο. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν χαμηλότερη κατηγορία πριν προχωρήσουν σε εξαγορά, προκειμένου να περιορίσουν το κόστος.
Ενδεικτικά, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ένας ασφαλισμένος επιλέξει υψηλότερη κατηγορία για τα τελευταία πέντε χρόνια πριν τη συνταξιοδότηση, η διαφορά στο τελικό ποσό της σύνταξης παραμένει σχετικά περιορισμένη. Αυτό οφείλεται και στη δομή του συστήματος, καθώς η εθνική σύνταξη λειτουργεί εξισορροπητικά υπέρ των χαμηλότερων εισοδημάτων.
Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται αναδεικνύει ένα διαχρονικό δίλημμα για τους μη μισθωτούς: χαμηλότερες εισφορές σήμερα ή υψηλότερη σύνταξη στο μέλλον. Με τα σημερινά δεδομένα, η πλειονότητα φαίνεται να επιλέγει την πρώτη λύση, σε μια προσπάθεια να ανταποκριθεί στις άμεσες οικονομικές ανάγκες.