Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προχώρησε σε σημαντική επανεκτίμηση των προβλέψεών του για τη ζήτηση και την προσφορά πετρελαίου παγκοσμίως, επικαλούμενος τις εξελίξεις και την αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Ο οργανισμός με έδρα το Παρίσι προειδοποιεί για φαινόμενο «καταστροφής ζήτησης», δηλαδή μόνιμης μείωσης της καταναλωτικής ζήτησης που δυσκολεύεται να ανακάμψει, καθώς «η έλλειψη και οι υψηλότερες τιμές επιμένουν».
Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 80.000 βαρέλια ημερησίως το 2026, σε πλήρη αντίθεση με την πρόβλεψη του προηγούμενου μήνα που έκανε λόγο για αύξηση κατά 640.000 βαρέλια ημερησίως. Παράλληλα, ο οργανισμός αναμένει ότι η προσφορά πετρελαίου θα μειωθεί κατά 1,5 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως μέσα στο έτος, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για αύξηση κατά 1,1 εκατομμύριο βαρέλια, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πτώση από την περίοδο της πανδημίας Covid-19.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται τη στιγμή που οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο που έχει σημειωθεί ποτέ τον Μάρτιο, ως αποτέλεσμα αυτού που ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας χαρακτηρίζει «τη σοβαρότερη διαταραχή προσφοράς πετρελαίου στην ιστορία».
Στις αγορές, τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια άνοιξαν με ήπια άνοδο την Τρίτη, ενισχυμένα από την πιθανότητα δεύτερου γύρου ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, γεγονός που οδήγησε σε υποχώρηση των τιμών πετρελαίου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο δείκτης FTSE 100 σημείωσε άνοδο 0,36% μέσα στην πρώτη ώρα διαπραγμάτευσης, ενώ ο γερμανικός δείκτης DAX ενισχύθηκε κατά 1% και ο γαλλικός CAC-40 κατέγραψε άνοδο 0,58%. Την ίδια ώρα, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν κατά 1%, στα 98,56 δολάρια το βαρέλι.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας καταδίκασε τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χαρακτηρίζοντάς τον «επικίνδυνο και ανεύθυνο». Ο αποκλεισμός τέθηκε σε ισχύ τη Δευτέρα, μία ημέρα μετά την κατάρρευση των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Πακιστάν.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Γκουό Τζιακούν, προειδοποίησε ότι η κίνηση αυτή θα «επιδεινώσει τις εντάσεις και θα υπονομεύσει την ήδη εύθραυστη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός». Όπως δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου, «πρόκειται για επικίνδυνη και ανεύθυνη συμπεριφορά». Παράλληλα, χαρακτήρισε «εντελώς κατασκευασμένες» τις αναφορές ότι η Κίνα ετοιμάζεται να παραδώσει νέα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας στο Ιράν.
Οι συγκεκριμένες πληροφορίες είχαν προκαλέσει την αντίδραση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε με επιβολή δασμών 50% στα κινεζικά προϊόντα σε περίπτωση παροχής στρατιωτικής βοήθειας στην Τεχεράνη. «Αν οι ΗΠΑ επιμείνουν να χρησιμοποιούν αυτό ως πρόσχημα για την επιβολή επιπλέον δασμών στην Κίνα, η Κίνα θα λάβει αποφασιστικά αντίμετρα», τόνισε ο Γκουό Τζιακούν.
Σύμφωνα με τον διπλωματικό ανταποκριτή του BBC, Τζέιμς Λάντεϊλ, η Κίνα, η οποία προμηθεύεται μεγάλο μέρος του πετρελαίου της από το Ιράν, «έχει συμφέρον να τερματιστεί η σύγκρουση και να αποκατασταθεί η σταθερότητα στη διεθνή αγορά».
Την ίδια στιγμή, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός του ΟΗΕ επισημαίνει ότι καμία χώρα δεν έχει το νομικό δικαίωμα να εμποδίζει τη ναυσιπλοΐα σε στενά που χρησιμοποιούνται για διεθνή διέλευση. Ο γενικός γραμματέας του οργανισμού, Αρσένιο Ντομίνγκες, μιλώντας στο πρόγραμμα Today του BBC Radio 4, υπογράμμισε ότι δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο.
Όπως δήλωσε, «κατανοώ ότι υπάρχει σύγκρουση στην περιοχή, ωστόσο δεν υπάρχει νομική βάση στο διεθνές δίκαιο για ενέργειες που μπλοκάρουν στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας». Παράλληλα προειδοποίησε ότι «όσο περισσότερα αντίποινα λαμβάνουν χώρα, τόσο αυξάνεται η ανησυχία για τους 20.000 ναυτικούς που παραμένουν εγκλωβισμένοι στον Περσικό Κόλπο, αλλά και για τις οικονομικές επιπτώσεις που επηρεάζουν τον υπόλοιπο κόσμο». Όπως κατέληξε, «όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η κατάσταση, τόσο περισσότερο θα γίνεται αισθητός ο αντίκτυπος για όλους».