Σε προχωρημένο στάδιο σχεδιασμού νέων μέτρων στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων απέναντι στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας βρίσκεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτή τη στιγμή εξετάζονται έκτακτες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν από το Ταμείο Ρύπων. Η πρωτοβουλία αυτή στοχεύει στο να απορροφήσει μέρος των ανατιμήσεων που έχουν ήδη αρχίσει να καταγράφονται εντονότερα στην αγορά, περιορίζοντας την επιβάρυνση των καταναλωτών.
Ειδικότερα, η κυβέρνηση προγραμματίζει την ενεργοποίηση των μέτρων από τον Μάιο, ενώ οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν αμέσως μετά το Πάσχα. Κλειδί για την τελική μορφή των παρεμβάσεων θα είναι η πορεία της διεθνούς κρίσης στη Μέση Ανατολή, που έχει προκαλέσει εκτόξευση των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Αν και τα ξημερώματα διεφάνη μια χαραμάδα αισιοδοξίας μετά την προσωρινή εκεχειρία ΗΠΑ – Ιράν, η κατάσταση στις ενεργειακές αγορές παραμένει ρευστή, καθώς η κατάπαυση του πυρός θα έχει διάρκεια δυο εβδομάδες και κανείς δεν εγγυάται ότι αυτή θα οδηγήσει σε πλήρη αποκλιμάκωση των στρατιωτικών συγκρούσεων ή όχι.

Όπως και να ‘χει, το Μέγαρο Μαξίμου προετοιμάζεται για όλα τα σενάρια.
Το σχέδιο προβλέπει στοχευμένες παρεμβάσεις με συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια και χρονικό ορίζοντα εφαρμογής, ώστε να βοηθηθούν οι πιο ευάλωτοι καταναλωτές και να περιοριστεί η πίεση στις επιχειρήσεις. Πηγές από το υπουργείο Οικονομικών τονίζουν ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα δημοσιονομικά «εργαλεία» για τέτοιες παρεμβάσεις, αλλά χρειάζεται προσεκτικός χειρισμός, ώστε να μην επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός και να παραμείνουν οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Παράλληλα, η χώρα θέλει να συνεχίσει να αποτελεί παράδειγμα τήρησης των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, η ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στα οικονομικά εργαλεία. Η διεθνής αγορά ενέργειας αντιμετωπίζει βαθιά αναταραχή, καθώς οι ζημιές σε κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές στον Κόλπο έχουν μειώσει σημαντικά την προσφορά του επονομαζόμενου «μαύρου χρυσού». Εκτιμάται ότι έως και το 40% των εγκαταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή έχει πληγεί, με αποτέλεσμα η ημερήσια παραγωγή να έχει υποστεί σοβαρή πτώση. Ακόμα και αν οι συγκρούσεις τερματιστούν πλήρως και ότι πρόσκαιρα, η αποκατάσταση των μονάδων διύλισης και παραγωγής θα χρειαστεί τουλάχιστον έναν χρόνο, γεγονός που προκαλεί φόβους για παρατεταμένη ενεργειακή στενότητα.
Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους εκπονείται μια σειρά σεναρίων προσομοίωσης για την κρίση. Αυτά τα σενάρια αποτυπώνουν διαφορετικά επίπεδα έντασης της κρίσης, από ήπια έως πολύ σοβαρά, και εξετάζουν όχι μόνο τις δημοσιονομικές επιπτώσεις, αλλά και την επίδραση στην παραγωγή, την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Στο βασικό σενάριο, οι επιβαρύνσεις στα δημόσια οικονομικά είναι σημαντικές, κυρίως λόγω της ανάγκης λήψης πρόσθετων μέτρων στήριξης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Στα δυσμενέστερα σενάρια, η αύξηση των τιμών ενέργειας μετατρέπεται σε γενικευμένο πληθωριστικό σοκ, μειώνοντας την κατανάλωση και επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη. Ήδη, η Τράπεζα της Ελλάδος και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχουν αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη το 2026, τοποθετώντας τον ρυθμό κάτω από το 2%, από 2,4% που ήταν η αρχική πρόβλεψη.
Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, που όλες τις προηγούμενες ημέρες ξεπερνούσε τα 100 δολάρια ανά βαρέλι (μόλις σήμερα έπεσε στα 95 λόγω της εκεχειρίας), επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και τελικά τις τιμές των προϊόντων. Η βιομηχανία, το εμπόριο και η αγροτική παραγωγή είναι οι πρώτοι τομείς που πλήττονται. Το ενεργειακό κόστος αυξάνει την τιμή των λιπασμάτων και άλλων αγροτικών εφοδίων, γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση στην απόφαση να επιδοτήσει την αγορά λιπασμάτων από τις 15 Μαρτίου κατά 15%.
Ταυτόχρονα, η αύξηση του κόστους μεταφορών και η πίεση στην εφοδιαστική αλυσίδα δημιουργούν ένα ντόμινο ανατιμήσεων σε όλα τα προϊόντα, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Ιδιαίτερα σημαντικές τέλος είναι οι επιπτώσεις στον τομέα των μετακινήσεων.
Οι αεροπορικές εταιρείες βλέπουν τα καύσιμά τους να αυξάνονται και μετακυλούν το κόστος αυτό στα εισιτήρια, όπως φαίνεται και από τις τιμές αυτή την περίοδο, ενώ αντίστοιχη πίεση υπάρχει στις θαλάσσιες και οδικές μεταφορές. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, όπως αντιλαμβάνεται κανείς αυτό μπορεί να μειώσει τη ζήτηση και τα έσοδα.