Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται στα δημόσια έσοδα, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Τα χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα σε αρκετούς κλάδους, σε συνδυασμό με το υψηλό ποσοστό επιχειρήσεων που εμφανίζουν ζημιές, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες επαγγελματίες εμφανίζονται να επιβιώνουν με ιδιαίτερα περιορισμένα εισοδήματα, της τάξης λίγων χιλιάδων ευρώ ετησίως, ενώ σε ολόκληρους τομείς της οικονομίας οι δηλώσεις ζημιών φαίνεται να αποτελούν τον κανόνα. Τα δεδομένα αυτά εντείνουν τον προβληματισμό και επαναφέρουν στο επίκεντρο τη συζήτηση για την έκταση και τα χαρακτηριστικά της φοροδιαφυγής στη χώρα.

Το μέγεθος της παραοικονομίας εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, το φαινόμενο παραμένει μία από τις βασικές στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας, παρά τα βήματα προόδου των τελευταίων ετών. Το μέγεθος της παραοικονομίας εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιορίζοντας τα κρατικά έσοδα και επιβαρύνοντας τη φορολογική δικαιοσύνη.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε δραστηριότητες όπου κυριαρχούν οι μικρές επιχειρήσεις και η αυτοαπασχόληση, με τις συναλλαγές να πραγματοποιούνται σε μεγάλο βαθμό με μετρητά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόκρυψη εισοδημάτων καθίσταται ευκολότερη, δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα για τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη.
Αποκαλυπτικά τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης

Τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης είναι αποκαλυπτικά. Σε πολλές περιπτώσεις, τα καθαρά κέρδη που δηλώνονται αντιστοιχούν μόλις στο 6% των ακαθάριστων εσόδων, ενώ το μέσο ετήσιο εισόδημα που εμφανίζεται στις δηλώσεις δεν ξεπερνά τα 3.655 ευρώ.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα σε συγκεκριμένους κλάδους. Σχεδόν το 68% των ιδιοκτητών μπαρ δηλώνει ζημιές, ενώ αντίστοιχα ποσοστά καταγράφονται σε εστιατόρια (53%), κομμωτήρια (59%) και συνεργεία αυτοκινήτων (50%). Ακόμη και όπου δηλώνονται κέρδη, τα ποσά είναι ιδιαίτερα χαμηλά, συνήθως μεταξύ 5.000 και 10.000 ευρώ ετησίως.
Το ζήτημα της φοροδιαφυγής συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα του κράτους να ενισχύσει τα δημόσια οικονομικά και να χρηματοδοτήσει κοινωνικές πολιτικές. Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Τα τελευταία χρόνια, η αύξηση των φορολογικών εσόδων αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην αξιοποίηση της τεχνολογίας. Η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών και η εντατικοποίηση των ελέγχων έχουν περιορίσει τα περιθώρια φοροδιαφυγής.
Ωστόσο, η πλήρης αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί και άλλες παρεμβάσεις. Η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος και η μείωση της γραφειοκρατίας μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, διευκολύνοντας τη συμμόρφωση πολιτών και επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και το ζήτημα των φοροαπαλλαγών. Πρόκειται για ειδικά καθεστώτα και εξαιρέσεις που μειώνουν τα δημόσια έσοδα, με τη δομή τους να χαρακτηρίζεται συχνά από πολυπλοκότητα και περιορισμένη αποτελεσματικότητα.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό φοροαπαλλαγών, χωρίς να υπάρχει ένας σταθερός μηχανισμός αξιολόγησής τους. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η δημιουργία ενός μόνιμου πλαισίου επανεξέτασης.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το ύψος των φοροαπαλλαγών έφθασε το 2024 τα 22,88 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 4,06 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2023. Εάν τα ποσά αυτά δεν υφίσταντο, τα δημόσια έσοδα θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 96,5 δισ. ευρώ, δημιουργώντας μεγαλύτερα περιθώρια για κοινωνική πολιτική.
Η συνολική εικόνα αναδεικνύει την ανάγκη για μια πιο στοχευμένη και αποτελεσματική φορολογική πολιτική. Ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και ο εξορθολογισμός των φοροαπαλλαγών αποτελούν κρίσιμες προκλήσεις για την ενίσχυση της οικονομίας και τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας.