ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ακίνητα: Στα 782,5 δισ. ευρώ η αξία για φόρους, ξεπερνά το 1 τρισ. η πραγματική – Ποιοι επιβαρύνονται με ΕΝΦΙΑ

Η διαφορά μεταξύ αντικειμενικών και πραγματικών τιμών δημιουργεί ανισότητες στη φορολόγηση, με τον ΕΝΦΙΑ να επιβαρύνει κυρίως τους ιδιοκτήτες ακινήτων χαμηλότερης αξίας.

Δύο διαφορετικές «ταχύτητες» αποκαλύπτουν τα φετινά στοιχεία για την ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, καθώς η εικόνα που προκύπτει από τη φορολογία απέχει αισθητά από τις πραγματικές τιμές της αγοράς. Για το 2025, η συνολική αξία των ακινήτων με βάση το σύστημα αντικειμενικών προσδιορίζεται στα 782,5 δισ. ευρώ, την ώρα που η εμπορική τους αποτίμηση εκτιμάται ότι ξεπερνά το 1 τρισ. ευρώ.

Τα δεδομένα των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ δείχνουν ότι συνολικά 7.155.186 ιδιοκτήτες έλαβαν φέτος ειδοποιητήριο για τον φόρο ακινήτων. Από αυτούς, σχεδόν ένα εκατομμύριο –983.827 φορολογούμενοι– απαλλάχθηκαν πλήρως, με αποτέλεσμα περίπου 6,17 εκατομμύρια να καλούνται τελικά να πληρώσουν.

Στα 2,30 δισ. ευρώ ο συνολικός λογαριασμός του ΕΝΦΙΑ

Ο συνολικός λογαριασμός του ΕΝΦΙΑ φτάνει τα 2,30 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο μέσων μεγεθών, η αξία της ακίνητης περιουσίας ανά ΑΦΜ διαμορφώνεται στα 87.767 ευρώ, ενώ ο μέσος φόρος που προκύπτει ανά ιδιοκτήτη ανέρχεται στα 254 ευρώ.

Η κατανομή της επιβάρυνσης δείχνει ότι το μεγαλύτερο βάρος συνεχίζουν να σηκώνουν τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία καλούνται να καταβάλουν 1,711 δισ. ευρώ. Τα νομικά πρόσωπα συνεισφέρουν επιπλέον 585,68 εκατ. ευρώ, συμπληρώνοντας το συνολικό ποσό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τις εκπτώσεις. Περισσότεροι από 428.000 ιδιοκτήτες που έχουν ασφαλίσει τα ακίνητά τους έναντι φυσικών καταστροφών είδαν μειώσεις φόρου, με το συνολικό όφελος να ξεπερνά τα 26 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, πάνω από 579.000 φορολογούμενοι με ακίνητα σε μικρούς οικισμούς επωφελήθηκαν από εκπτώσεις που άγγιξαν τα 47,5 εκατ. ευρώ.

Η γεωγραφική κατανομή αποτυπώνει έντονες διαφοροποιήσεις τόσο στις αξίες όσο και στις φορολογικές επιβαρύνσεις. Η Αττική συγκεντρώνει μακράν το μεγαλύτερο μερίδιο της ακίνητης περιουσίας, με συνολική αξία 412,63 δισ. ευρώ. Εκεί καταγράφεται και ο υψηλότερος μέσος ΕΝΦΙΑ, που φτάνει τα 480,90 ευρώ ανά φορολογούμενο, ενώ ο συνολικός φόρος που αντιστοιχεί στην περιφέρεια ξεπερνά τα 1,2 δισ. ευρώ.

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Κεντρική Μακεδονία, με ακίνητα αξίας 102,73 δισ. ευρώ και μέσο φόρο 238,71 ευρώ. Παρά τη σημαντική αξία της περιουσίας, η επιβάρυνση παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με την Αττική, γεγονός που αποτυπώνει και τη διαφορά στις τιμές των ακινήτων.

Η Κρήτη εμφανίζει επίσης υψηλές μέσες αξίες, με την ακίνητη περιουσία να ανέρχεται σε 42,66 δισ. ευρώ και τον μέσο ΕΝΦΙΑ να διαμορφώνεται στα 290,19 ευρώ. Αντίθετα, σε περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Δυτική Ελλάδα, τόσο οι αξίες όσο και οι φόροι είναι χαμηλότεροι, με τον μέσο ΕΝΦΙΑ να κυμαίνεται περίπου στα 200 ευρώ.

Στις νησιωτικές περιφέρειες με έντονη τουριστική δραστηριότητα, οι επιβαρύνσεις αυξάνονται αισθητά. Στο Νότιο Αιγαίο, η μέση αντικειμενική αξία πλησιάζει τα 123.000 ευρώ ανά ΑΦΜ και ο μέσος φόρος αγγίζει τα 378 ευρώ. Αντίστοιχα, στα Ιόνια Νησιά, οι τιμές παραμένουν υψηλές, με τον μέσο ΕΝΦΙΑ να διαμορφώνεται πάνω από τα 290 ευρώ.

Στον αντίποδα, χαμηλότερες επιβαρύνσεις καταγράφονται σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ο μέσος φόρος περιορίζεται στα 181 ευρώ, ενώ στη Δυτική Μακεδονία καταγράφεται το χαμηλότερο επίπεδο σε όλη τη χώρα, με 178 ευρώ κατά μέσο όρο.

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία αναδεικνύει ότι το σύστημα αντικειμενικών αξιών εξακολουθεί να μην αντικατοπτρίζει πλήρως τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Η διαφορά που ξεπερνά τα 200 δισ. ευρώ μεταξύ φορολογικής και εμπορικής αποτίμησης υποδηλώνει την ανάγκη για περαιτέρω προσαρμογές.

Παράλληλα, οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών επιβεβαιώνουν ότι η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα παραμένει πολυταχύτητας. Οι υψηλές αξίες σε αστικά κέντρα και τουριστικές περιοχές συνυπάρχουν με χαμηλότερα επίπεδα σε άλλες περιοχές, δημιουργώντας μια ανομοιογενή εικόνα τόσο για τους ιδιοκτήτες όσο και για τα δημόσια έσοδα.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ΕΝΦΙΑ εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο φορολόγησης της περιουσίας, αλλά και ένα πεδίο στο οποίο αποτυπώνονται οι ανισότητες της αγοράς. Οι εξελίξεις των επόμενων ετών θα κριθούν σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι αντικειμενικές αξίες θα προσεγγίσουν περισσότερο τις πραγματικές τιμές, περιορίζοντας τις στρεβλώσεις που καταγράφονται σήμερα.

Σχολίασε εδώ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ