Αλλάζει με ταχύ ρυθμό το τοπίο στην αγορά κατοικίας της Αθήνας, με τους αγοραστές να στρέφονται πλέον μαζικά σε πιο οικονομικές επιλογές και τις τιμές να ακολουθούν ανοδική πορεία ακόμη και σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «δεύτερης ταχύτητας».
Η πίεση στα εισοδήματα σε συνδυασμό με την εκτίναξη των τιμών στα νεόδμητα ακίνητα οδηγεί ολοένα και περισσότερους σε παλαιότερα διαμερίσματα, χαμηλότερης ενεργειακής κλάσης ή σε περιοχές με χαμηλότερο κόστος. Η μετατόπιση αυτή της ζήτησης έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στην αγορά, τόσο στις αγγελίες όσο και στα στοιχεία των μεσιτικών γραφείων.
Είναι ενδεικτικό ότι οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών καταγράφονται πλέον σε αυτές ακριβώς τις κατηγορίες ακινήτων. Σε ορισμένες περιοχές, η άνοδος φτάνει ακόμη και το 29% σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας ότι το ενδιαφέρον μεταφέρεται δυναμικά εκτός των παραδοσιακά ακριβών ζωνών.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Δραπετσώνα, όπου οι ζητούμενες τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά, αλλά και η Λυκόβρυση, με αντίστοιχα υψηλούς ρυθμούς ανόδου. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζουν το Πέραμα, το κέντρο της Αθήνας και τα Άνω Πατήσια, περιοχές που ξεκινούν από χαμηλότερη βάση τιμών και εμφανίζουν μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου.
H απόσταση ανάμεσα στα νεόδμητα και τα παλαιότερα ακίνητα διευρύνεται
Την ίδια στιγμή, η απόσταση ανάμεσα στα νεόδμητα και τα παλαιότερα ακίνητα διευρύνεται. Σε περιοχές όπως το Χαλάνδρι, η μέση τιμή για νέα διαμερίσματα ξεπερνά τα 4.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε Μαρούσι και Βριλήσσια κινείται ακόμη υψηλότερα. Στο κέντρο της Αθήνας, τα λίγα διαθέσιμα νεόδμητα φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 5.800 ευρώ ανά τ.μ., ενώ σε ακριβές συνοικίες οι τιμές αγγίζουν ακόμη και τα 7.700 ευρώ.
Η μεγαλύτερη «ψαλίδα» εντοπίζεται στον Δήμο Αθηναίων

Απέναντι σε αυτά τα επίπεδα τιμών, τα παλαιότερα σπίτια αποτελούν μονόδρομο για μεγάλο μέρος των ενδιαφερομένων. Στα νότια προάστια, για παράδειγμα, η μέση τιμή για νεόδμητα ακίνητα διαμορφώνεται πάνω από τα 5.100 ευρώ ανά τ.μ., όταν τα παλαιότερα κινούνται περίπου στα 3.200 ευρώ. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα βόρεια προάστια, όπου η διαφορά παραμένει σημαντική.
Η μεγαλύτερη «ψαλίδα» εντοπίζεται στον Δήμο Αθηναίων, όπου η μέση τιμή για νέα ακίνητα φτάνει περίπου τα 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, έναντι περίπου 2.250 ευρώ για παλαιότερες κατοικίες.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αγοράς παίζει και η περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών. Στον Δήμο Αθηναίων, τα νεόδμητα αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό των διαθέσιμων ακινήτων προς πώληση, ενώ στην αγορά ενοικίασης το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο. Αυτό περιορίζει τις επιλογές και ενισχύει τον ανταγωνισμό, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Στα ανατολικά και δυτικά προάστια η διαφορά τιμών είναι μικρότερη, χωρίς όμως να παύει να είναι αισθητή. Στα ανατολικά προάστια, τα παλαιότερα ακίνητα κινούνται κοντά στα 2.000 ευρώ ανά τ.μ., ενώ τα νεόδμητα ξεπερνούν τα 3.100 ευρώ. Στα δυτικά προάστια, η εικόνα είναι αντίστοιχη, με σαφή υπεροχή των τιμών στα νέα ακίνητα.
Ανάλογη τάση καταγράφεται και στις περιοχές γύρω από τον Πειραιά, όπου τα νεότερα ακίνητα φτάνουν κατά μέσο όρο τα 3.700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, όταν τα παλαιότερα κινούνται περίπου στα 2.300 ευρώ.
Η μετατόπιση της ζήτησης αποτυπώνεται και στις διαδικτυακές αναζητήσεις. Το κέντρο της Αθήνας παραμένει στην κορυφή, ωστόσο ο Πειραιάς έχει ανέβει σημαντικά στις προτιμήσεις των ενδιαφερομένων, ενώ το Περιστέρι εμφανίζεται πλέον σταθερά στις πρώτες θέσεις.

Στη λίστα των πιο δημοφιλών περιοχών περιλαμβάνονται επίσης η Γλυφάδα, το Χαλάνδρι, η Κηφισιά, το Μαρούσι, το Παλαιό Φάληρο, η Νέα Σμύρνη και η Καλλιθέα. Παρόμοια είναι η εικόνα και στην αγορά ενοικίων, όπου το ενδιαφέρον διαχέεται σε περισσότερες περιοχές.
Παρά τις αυξημένες τιμές, η πρόθεση για αγορά κατοικίας εμφανίζει ενίσχυση. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, αυξάνεται το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι σχεδιάζουν να αποκτήσουν σπίτι, με ακόμη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται μεταξύ των ενοικιαστών.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την τάση παίζει η εκτίμηση ότι τα ενοίκια θα συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά τα επόμενα χρόνια. Η προοπτική αυτή ωθεί αρκετούς να εξετάζουν την αγορά ως εναλλακτική, παρά τις υψηλές τιμές.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που αναδιαμορφώνεται: η ζήτηση μεταφέρεται προς τις πιο προσιτές περιοχές, όμως η ίδια αυτή μετατόπιση δημιουργεί νέες πιέσεις και οδηγεί σε έναν νέο κύκλο αυξήσεων.